«Βεβαίως, αυτή η θετική στάση απέναντι στην ανάπτυξη, δεν μπορεί παρά να συνοδεύεται από μία αυτονόητη, αν θέλετε, από μία αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση. Ποια είναι αυτή; Ότι κάθε επενδυτική πρωτοβουλία οφείλει και πρέπει να υλοποιείται έχοντας πλήρη σεβασμό στους νόμους, στους θεσμούς, στους κανόνες χωροταξικού σχεδιασμού και προφανώς στο φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον που αποτελεί για την Καλαμάτα και την ευρύτερη περιοχή πολύτιμο κεφάλαιο».
Ας το αναλύσουμε λίγο, γιατί οι λέξεις έχουν τη σημασία τους. Συζητάμε για το αυτονόητο. Κανένα επενδυτικό σχέδιο, όσα μηδενικά κι αν συνοδεύουν τον προϋπολογισμό του, δεν μπορεί να εφαρμοστεί παράνομα, εκτός χωροταξικού σχεδιασμού ή χωρίς τον έλεγχο των δικαστικών αρχών. Στο κράτος δικαίου, κάθε πολίτης ή φορέας διατηρεί το δικαίωμα να προσφύγει στη δικαιοσύνη και να ζητήσει έλεγχο νομιμότητας των διοικητικών αποφάσεων. Αυτό δεν είναι «εμπόδιο», είναι δημοκρατία. Όποιος όμως αμφισβητεί a priori την τήρηση των νόμων και του συντάγματος, ουσιαστικά αμφισβητεί το ίδιο το πολίτευμα. Έτσι δίνονται λαβές στους κάθε λογής «ψεκασμένους», που μπερδεύουν την ισότητα με το δικαίωμα στο ρουσφέτι και αναπολούν τη χρυσή εποχή των πελατειακών σχέσεων.
Πίσω όμως από τους ψιθύρους για το επενδυτικό σχέδιο τη Δυτική Παραλία Καλαμάτας, κρύβεται η διαχρονική δαιμονοποίηση της επιχειρηματικότητας. Στην περιοχή μας κυριαρχεί η αντίληψη ότι το επιχειρείν είναι ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος και το κέρδος προκύπτει μόνο από την κλοπή πόρων. Δεξιοί και αριστεροί αρνούνται να παραδεχτούν ότι η επιχειρηματική δραστηριότητα προσθέτει πλούτο, πιστεύοντας ακράδαντα ότι η ανάπτυξη έρχεται μόνο μέσα από τα δημόσια έργα. Αυτή η βαθιά κρατικίστικη αντίληψη κρατά δέσμια την οικονομία της Μεσσηνίας, καταδικάζοντας τον νομό να παραμένει μία από τις φτωχότερες περιφέρειες της Ευρώπης, ενώ θα μπορούσε να πρωταγωνιστεί.
