Αφού εξαντλήθηκαν η «βιωσιμότητα» και η «ολιστική προσέγγιση», οι πολιτικοί μας ανακάλυψαν τον όρο που θα τους κάνει να ακούγονται πιο εκσυγχρονιστές από τον απλό κόσμο. Οι κοινοί θνητοί συνεργάζονται απλώς για να επιβιώσουν, αλλά οι πολιτικοί οραματίζονται συνέργειες που παράγουν «υπεραξία».
Η ανάγκη για συνεργασίες στην Ελλάδα είναι αδιαμφισβήτητη και αποτελεί τον μοναδικό δρόμο για την οικονομική ανάπτυξη. Σε μια αγορά που στερείται μεγάλων επιχειρηματικών σχημάτων, οι συγχωνεύσεις και οι συμπράξεις είναι υποχρεωτικές για την επίτευξη οικονομιών κλίμακας. Χωρίς αυτές, το κόστος παραγωγής παραμένει υψηλό και η ανταγωνιστικότητα διεθνώς αποτελεί ένα μακρινό όνειρο. Όλοι θα συμφωνούσαν με τα κηρύγματα των πολιτικών, αν οι πράξεις τους δεν ακύρωναν καθημερινά τα λόγια τους. Στην πραγματικότητα, το πολιτικό σύστημα υπονομεύει κάθε έννοια συνεργασίας. Οι πελατειακές σχέσεις που συντηρούν οι εκάστοτε κυβερνώντες αποτελούν το μεγαλύτερο εμπόδιο.
Η αξιοκρατία, η διαφάνεια και κυρίως η εμπιστοσύνη είναι οι αναγκαίες προϋποθέσεις για να πορευτούν δύο πλευρές μαζί. Όταν όμως αυτές οι αξίες θυσιάζονται στον βωμό της ψηφοθηρίας, η συνεργασία μετατρέπεται σε κενό γράμμα. Όταν ο μέσος πολίτης βλέπει τον κρατικό μηχανισμό να στελεχώνεται με αμιγώς αναξιοκρατικά κριτήρια και τις απευθείας αναθέσεις να καταλήγουν σε «κολλητούς» και φίλους, αντιλαμβάνεται την απάτη.
Τα μεγάλα λόγια για τις «συνέργειες» είναι απλώς ένα προπέτασμα καπνού για να συνεχίζονται οι δουλειές με τους ημετέρους. Αυτό το τεράστιο έλλειμμα εμπιστοσύνης ακυρώνει κάθε προοπτική. Οι εν δυνάμει εταίροι είναι πλέον καχύποπτοι όχι μόνο απέναντι στο κράτος, αλλά και απέναντι στον ίδιο τον υποψήφιο συνέταιρό τους. Κανείς δεν γνωρίζει αν ο άλλος επιζητά τη συνεργασία για την ουσία της ή αν τη χρησιμοποιεί ως πρόσχημα για να αποκτήσει προνομιακή πρόσβαση στο δημόσιο χρήμα. Όσο οι πολιτικοί επενδύουν στον ευτελισμό της έννοιας, η πραγματική συνεργασία θα παραμένει το μεγάλο θύμα της ελληνικής πραγματικότητας.
