Τρίτη, 07 Απριλίου 2026 18:40

Η Νικόλ Κυριακοπούλου για την πρώτη της ποιητική συλλογή

Γράφτηκε από την

Η Νικόλ Κυριακοπούλου για την πρώτη της ποιητική συλλογή

Συνέντευξη στην Κωνσταντίνα Δρακουλάκου

Η Μεσσήνια Νικόλ Κυριακοπούλου μάς συστήθηκε πρόσφατα με την ποιητική της συλλογή «Οσα κρατά το δέρμα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Γραφή». Πρόκειται για ένα έργο αποτελούμενο από τριάντα έξι ποιήματα που θυμίζουν κραυγές. Οι κοινωνικές ανισότητες, η έμφυλη βία, η θέση της γυναίκας στην κοινωνία, η μοναξιά και η αγάπη είναι κάποια από τα θέματα που την απασχολούν.

Είναι 22 ετών και κατάγεται από την Καλαμάτα, ενώ ζει στα Ιωάννινα, όπου σπουδάζει Ιατρική. «Γράφω από νεαρή ηλικία, αναζητώντας μέσα από τις λέξεις έναν τρόπο να αναλύσω και να κατανοήσω τον κόσμο γύρω μου. Σταδιακά, η γραφή εξελίχθηκε για μένα σε ανάγκη· μια πράξη αντίστασης, καταγραφής και επιβίωσης», όπως δηλώνει μιλώντας στην «Ε». Εχει διακριθεί με το Α’ Βραβείο Πεζογραφίας στον 11ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό Λογοτεχνικής Εκφρασης Δήμου Βύρωνα «Στο βλέμμα του Μπάιρον» στην κατηγορία νέων, καθώς και με το Α’ Βραβείο Πεζογραφήματος στον 2ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό «Λιμνοθαλασσιώτικα 2025» του Μεσολογγίου. «Η συλλογή “Οσα κρατά το δέρμα” είναι η πρώτη μου ολοκληρωμένη ποιητική απόπειρα. Δεν προέκυψε από λογοτεχνική πρόθεση, αλλά από εσωτερική πίεση. Γράφω γιατί μόνο έτσι μπορώ να ανασαίνω. Αν κάτι από αυτά που διαβάσετε σας μιλήσει, τότε έγινε ποίημα», σημειώνει.

- Δύο απαιτητικοί δρόμοι, η ιατρική και η λογοτεχνία. Πού συναντιούνται μέσα σας;

Νομίζω ότι αντικατοπτρίζουν δύο διαφορετικές, αλλά εξίσου ουσιαστικές, πτυχές του χαρακτήρα μου.
Η ιατρική για μένα είναι ένας χώρος που απαιτεί ακρίβεια, γνώση και ευθύνη - μια διαρκής προσπάθεια να κατανοήσεις και να διαχειριστείς το σώμα με όρους συγκεκριμένους και μετρήσιμους. Ταυτόχρονα, όμως, σε φέρνει αντιμέτωπο με το όριο, με την ευαλωτότητα, με την ανάγκη του ανθρώπου να κρατηθεί. Η λογοτεχνία, από την άλλη, είναι ένας χώρος ελευθερίας. Εκεί μπορώ να κινηθώ πιο διαισθητικά, να δώσω μορφή σε ό,τι δεν χωρά εύκολα σε ορισμούς, να σταθώ σε όλες τις αποχρώσεις μίας σκέψης. Δεν έχει την ίδια αμεσότητα ως προς την προσφορά· έχει όμως έναν διαφορετικό τρόπο να αγγίζει τον άλλον, πιο εσωτερικό και υπόγειο.
Δεν θα έλεγα ότι συναντιούνται σε ένα συγκεκριμένο σημείο· περισσότερο συνυπάρχουν ως δύο εκφάνσεις της ίδιας ανάγκης να κατανοήσω τον άνθρωπο και τον κόσμο. Και ίσως αυτή η συνύπαρξη είναι τελικά αυτό που με ισορροπεί.

- Ποια είναι η πρώτη σπίθα που γεννά ένα ποίημα;

Για μένα, η σπίθα δεν εμφανίζεται ως κάτι εντυπωσιακό. Είναι μια στιγμή έκθεσης. Κάτι που σε πετυχαίνει απροετοίμαστο και δεν προλαβαίνεις να το ωραιοποιήσεις, να το εξηγήσεις ή να το εντάξεις σε μια αφήγηση που σε προστατεύει. Μένεις για λίγο γυμνός απέναντί του, χωρίς απόσταση.
Και εκεί, σε αυτή τη μικρή ασυνέχεια, σε αυτό το ρήγμα που ανοίγει, προκύπτει η ανάγκη να γράψεις. Όχι ως απόφαση, αλλά σχεδόν ως αντανακλαστική κίνηση. Αν μπορούσα να το συνοψίσω σε μια φράση θα έλεγα πως η σπίθα γεννιέται τη στιγμή που δεν προλαβαίνεις να θωρακιστείς από κάτι που σε αφορά.

Πόσο σημαντική είναι για εσάς η παρατήρηση της καθημερινότητας στη διαδικασία της γραφής;

Κάποιος μένει για λίγο παραπάνω σ’ ένα βλέμμα. Κάποιος σωπαίνει εκεί που θα περίμενες μια απάντηση. Εκεί ξεκινά, για μένα, η παρατήρηση.
Το βάρος δεν βρίσκεται στο ίδιο το γεγονός, αλλά στο ίχνος που αφήνει - στον τρόπο που επιμένει μέσα μου, που επιστρέφει και μετατοπίζεται.
Η καθημερινότητά μας είναι γεμάτη από μικρές, σχεδόν αδιόρατες ρωγμές - ένα βλέμμα, μια παύση, μια επανάληψη - που συχνά φέρουν μεγαλύτερη ένταση απ’ ό,τι φαίνεται. Αυτό που μένει δεν είναι το συμβάν, αλλά η πρόσληψή του, η εσωτερική του διαδρομή.
Γι’ αυτό δεν πιστεύω στην «ουδέτερη ματιά». Κάθε παρατήρηση εμπλέκει ήδη μια θέση. Αυτό που βλέπεις διαμορφώνεται μέσα σου και, αναπόφευκτα, περνά και στη γραφή. Δεν είναι επομένως απλά ένα στάδιο της γραφής, αλλά η ίδια της η συνθήκη - αυτό που καθορίζει τι μπορεί τελικά να ειπωθεί και τι θα μείνει.

Ποιες φωνές της λογοτεχνίας νιώθετε ότι συνομιλούν με το έργο σας;

Δεν θα το έθετα τόσο ως συγκεκριμένες φωνές, όσο ως μια αίσθηση συνέχειας μέσα στη γλώσσα. Οι λέξεις δεν είναι ουδέτερες· κουβαλούν ήδη εμπειρίες, ίχνη, προσδοκίες, οπότε κάθε κείμενο βρίσκεται, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, σε διάλογο με κάτι που προϋπάρχει.
Νιώθω πιο κοντά σε δημιουργούς που δεν επιδιώκουν να εντυπωσιάσουν, αλλά να σταθούν με ακρίβεια απέναντι στο βίωμα. Που μπορούν να αναδείξουν το εύθραυστο μέσα στο καθημερινό, χωρίς να το υπερτονίζουν, κάτι που συναντώ, για παράδειγμα, στη γραφή της Δημουλά.
Δεν είναι τόσο ζήτημα άμεσων επιρροών, όσο μίας κοινής στάσης απέναντι σε όσα ζούμε και στον τρόπο που αυτά που αποκτούν μορφή. Εκεί εντοπίζω αυτή τη συγγένεια.

Τι ρόλο παίζει η ανάγνωση στη δική σας δημιουργική διαδρομή;

Η ανάγνωση, για μένα, είναι κυρίως ένας τρόπος να καταλάβω πώς λειτουργεί ένα κείμενο και να καλλιεργήσω μία πιο συνειδητή στάση απέναντι στη γραφή. Η αλήθεια είναι πως δεν με ενδιαφέρει να «αντιγράψω» την ιδιαιτερότητα των κειμένων που θαυμάζω, να αναπαράγω δηλαδή τη δομή και τη λογική τους· με ενδιαφέρει όμως να κατανοήσω τι τα καθιστά ακριβή και ουσιαστικά.
Μέσα από αυτήν την διαδικασία μπορώ να διακρίνω πιο καθαρά τα όρια και τις δυνατότητες της γλώσσας. Βλέπω πώς αρθρώνεται μια σκέψη, πότε χρειάζεται να συγκρατηθεί και πότε να αφεθεί.
Ταυτόχρονα, θεωρώ εξίσου σημαντική την απόσταση. Όταν η φωνή των άλλων γίνεται κυρίαρχη, η δική σου αδυνατίζει. Οι συγγραφικές επιρροές είναι αναπόφευκτες, δεν πρέπει όμως να είναι υπαγορευτικές. Πρόκειται για μία λεπτή ισορροπία που κατακτάται εκ νέου κάθε φορά.

Συνομιλεί η ποίησή σας με άλλες τέχνες;

Θα έλεγα πως η ποίησή μου συνομιλεί κυρίως με τη μουσική, περισσότερο βιωματικά παρά συνειδητά. Υπάρχουν φορές που δεν μπορώ να ξεκινήσω αν δεν φορέσω πρώτα τα ακουστικά μου. Δημιουργώ έτσι έναν ενδιάμεσο χώρο, όπου μπορώ να χαλαρώσω και να συγκεντρωθώ. Συνήθως επιλέγω μουσική χωρίς λόγια, γιατί αλλιώς η γλώσσα μπερδεύεται. Δεν θέλω να ακούω άλλες λέξεις όταν προσπαθώ να βρω τις δικές μου. Αυτό που με βοηθά είναι ο ρυθμός, σαν ένα σταθερό υπόβαθρο που δεν παρεμβαίνει στη σκέψη μου.
Δεν ξέρω αν επηρεάζει άμεσα το αποτέλεσμα, αλλά σίγουρα επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο εισέρχομαι στη διαδικασία της γραφής. Είναι μια μετάβαση από την καθημερινότητα σε μια πιο εσωτερική κατάσταση, όπου μπορώ να σταθώ πιο καθαρά απέναντι σε αυτό που θέλω να πω.