Οι μεγάλοι αυτοκινητόδρομοι φάνταζαν ως η μοναδική λύση, ενώ οι μεγάλες ιδιωτικές επενδύσεις έλειπαν εντελώς από το κάδρο. Σύμφωνα με την τότε κυρίαρχη λογική, το κεφάλαιο ήταν ένας «αρπακτικός» παράγοντας που δεν δημιουργεί πλούτο, αλλά απλώς τον υφαρπάζει. Το αναπτυξιακό σχέδιο του τόπου δεν ήταν παρά μια άσκοπη απαρίθμηση δυνατοτήτων και πόρων. Κανένας δεν εξηγούσε πώς θα αξιοποιηθούν αυτοί οι πόροι και σε ποιες αναλογίες. Ακόμα και όσοι δεν δήλωναν οπαδοί του κρατισμού, άφηναν να εννοηθεί ότι μόνο το κράτος εγγυάται το δημόσιο συμφέρον. Έτσι, οι ιδιώτες επενδυτές παρέμεναν ανεπιθύμητοι, σε ένα μοντέλο που θύμιζε περισσότερο «σοβιετική» διαχείριση παρά σύγχρονη οικονομία.
Το παράδοξο είναι ότι αυτό το κρατικοδίαιτο οικοδόμημα δεν κατέρρευσε όταν διαλύθηκε ο υπαρκτός σοσιαλισμός. Αντιθέτως, πήρε παράταση ζωής χάρη σε αυτόν. Η μαζική έλευση μεταναστών, κυρίως από τα Βαλκάνια, πρόσφερε τα φθηνά εργατικά χέρια και την ανασφάλιστη εργασία που χρειαζόταν η μεσσηνιακή οικονομία για να επιβιώσει. Οι άνθρωποι αυτοί έδωσαν το «φιλί της ζωής» στην παραγωγή και αποτέλεσαν το τελευταίο ανάχωμα στη δημογραφική κατρακύλα του νομού. Χωρίς αυτούς, η χρεοκοπία θα είχε έρθει πολύ πριν το 2010.
Μετά τη δημοσιονομική κατάρρευση και τη φυγή των μεταναστών, η Μεσσηνία βρήκε ένα νέο «χαλί» για να κρύψει τις πληγές της: τις ευεργετικές συνέπειες της Costa Navarino. Όμως, κάτω από τη λάμψη του τουρισμού, οι πληγές αιμορραγούν. Ο πρωτογενής τομέας συρρικνώνεται δραματικά και η ύπαιθρος, που κάποτε στήριζε το ΑΕΠ του νομού, ερημώνει. Το τραγικό της υπόθεσης είναι ότι η ηγεσία του νομού συνεχίζει να σχεδιάζει με τα μυαλά της εποχής της «μεγάλης αφέλειας». Αδυνατεί να αντιληφθεί τις δομικές αλλαγές στην κοινωνία και την οικονομία. Αν δεν αλλάξουμε ρότα, κινδυνεύουμε να μετατραπεί ένα τεράστιο μέρος της Μεσσηνίας σε νεκρές παραθεριστικές ζώνες, με ζωή μόλις σαράντα ημερών τον χρόνο.
