Η αναμενόμενη επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα στο πολιτικό προσκήνιο δεν αποτελεί απλώς μια προσωπική επιστροφή. Αποτελεί την αναγκαία πολιτική απάντηση σε μια περίοδο βαθιάς κρίσης εκπροσώπησης, αποσύνθεσης του προοδευτικού χώρου και συνολικής απαξίωσης της πολιτικής ζωής.
Οι εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ, με αποκορύφωμα τη διαγραφή του Παύλου Πολάκη, επιβεβαιώνουν ακριβώς γιατί ο νέος φορέας που σχεδιάζει ο Τσίπρας (και τις επόμενες μέρες θα παρουσιάσει) δεν μπορεί να είναι μια αναπαλαίωση, με τα ίδια υλικά του παλιού κόμματος, αλλά μια συνολική επανεκκίνηση με νέα χαρακτηριστικά, νέα κουλτούρα και νέες ισορροπίες.
Η υπόθεση Πολάκη στον ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι μια απλή εσωκομματική σύγκρουση. Είναι η κορύφωση μιας παρατεταμένης κρίσης ταυτότητας που ταλαιπώρησε τον ΣΥΡΙΖΑ μετά το 2019 και κυρίως μετά τις διπλές εκλογικές ήττες του 2023. Η προσωποποίηση της πολιτικής, οι συνεχείς εσωτερικές συγκρούσεις, οι δημόσιες αντιπαραθέσεις στελεχών και η αδυναμία παραγωγής σοβαρού αντιπολιτευτικού λόγου απομάκρυναν χιλιάδες πολίτες που είχαν επενδύσει πολιτικά και συναισθηματικά στην προοδευτική διακυβέρνηση της περιόδου 2015-2019
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η επιλογή Τσίπρα να κρατήσει αποστάσεις από λογικές εσωτερικής φθοράς και να επεξεργάζεται αθόρυβα ένα νέο πολιτικό σχέδιο αποδεικνύεται στρατηγικά σωστή. Ο πρώην πρωθυπουργός αντιλήφθηκε έγκαιρα ότι η κοινωνία δεν αναζητά άλλη μια εσωκομματική φράξια ούτε μια ανακύκλωση προσώπων και μηχανισμών. Αναζητά αξιοπιστία, σοβαρότητα, κυβερνητική επάρκεια και κυρίως μια δύναμη που να μπορεί πραγματικά να αντιπαρατεθεί με το καθεστώς Μητσοτάκη.
Η διαγραφή Πολάκη, ανεξαρτήτως των επιμέρους ερμηνειών, ανέδειξε με ωμό τρόπο τα όρια ενός μοντέλου πολιτικής λειτουργίας που στηριζόταν συχνά στην ένταση, στον καταγγελτικό λόγο και στην εσωτερική ανοχή απέναντι σε συμπεριφορές που τελικά τραυμάτιζαν τη συνολική εικόνα της παράταξης. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα μεγάλο κομμάτι προοδευτικών πολιτών, ακόμη και ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, αντιμετώπισε την εξέλιξη περισσότερο ως αναγκαία τομή παρά ως ιδεολογική εκκαθάριση.
Αυτό ακριβώς φαίνεται να επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει ο Τσίπρας. Έναν νέο φορέα που δεν θα οικοδομηθεί πάνω στις παλιές αντιθέσεις, αλλά πάνω στην ανάγκη εθνικής και κοινωνικής ανασυγκρότησης. Έναν χώρο που θα συνδυάζει την εμπειρία διακυβέρνησης με την ανανέωση, τη ριζοσπαστικότητα με τη θεσμική σοβαρότητα, την κοινωνική ευαισθησία με την κυβερνησιμότητα.
Το μεγάλο στοίχημα δεν είναι οργανωτικό αλλά πολιτικό. Ο νέος φορέας καλείται να εκφράσει ξανά τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία που σήμερα αισθάνεται πολιτικά άστεγη: τους εργαζόμενους που βλέπουν την ακρίβεια να εξαντλεί το εισόδημά τους, τη νεολαία που αδυνατεί να σχεδιάσει το μέλλον της, τους μικρομεσαίους που πιέζονται ασφυκτικά, αλλά και ένα σημαντικό τμήμα του δημοκρατικού κέντρου που απογοητεύεται από την αλαζονεία της κυβέρνησης και τον «επιτελικό» έλεγχο του κράτους που έχει οδηγήσει σε εκτροπές από κάθε έννοια κράτους δικαίου.
Για να συμβεί αυτό, ο νέος φορέας δεν μπορεί να λειτουργήσει με όρους παλαιού κομματισμού. Δεν μπορεί να είναι άθροισμα μηχανισμών, προσωπικών στρατών ή εσωτερικών ισορροπιών. Οφείλει να δομηθεί με ανοιχτές διαδικασίες, με συμμετοχή της κοινωνικής βάσης, με αξιοκρατία στην ανάδειξη στελεχών και με σαφές προγραμματικό πλαίσιο. Ο Τσίπρας σίγουρα κατανοεί ότι η εποχή των κλειστών κομματικών γραφείων έχει τελειώσει. Η κοινωνία απαιτεί διαφάνεια, πολιτικό ήθος και καθαρές απαντήσεις.
Ταυτόχρονα, η νέα προσπάθεια δεν μπορεί να περιοριστεί στα στενά όρια της παραδοσιακής Αριστεράς. Οι συνθήκες απαιτούν μια ευρεία προοδευτική συμμαχία με πατριωτικά, οικολογικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά. Μια παράταξη που θα συνομιλεί τόσο με τον κόσμο της εργασίας και της επιστήμης όσο και με τις δημιουργικές δυνάμεις της χώρας. Που θα μπορεί να εμπνέει ξανά ελπίδα χωρίς να καλλιεργεί αυταπάτες.
Η πολιτική επιστροφή του Τσίπρα προκαλεί ήδη αναταράξεις ακριβώς επειδή πολλοί αντιλαμβάνονται ότι διαθέτει ακόμα το βασικό στοιχείο που λείπει από τον κατακερματισμένο προοδευτικό χώρο: τη δυνατότητα ενοποίησης της κοινωνικής βάσης. Ούτε το ΠΑΣΟΚ κατάφερε να κεφαλαιοποιήσει τη φθορά του ΣΥΡΙΖΑ ούτε οι διασπάσεις δημιούργησαν αξιόπιστη εναλλακτική. Αντίθετα, ενίσχυσαν την εικόνα διάλυσης και εσωστρέφειας.
Πολύ περισσότερο όταν οι αποστατήσαντες -με τις έδρες επ’ ώμου- αναζητούν επιστροφή με εγγυήσεις εκλογιμότητας, προσφέροντες ως «προικώα» τα κλεμμένα.
Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, φαίνεται καθαρά ότι ο νέος φορέας δεν μπορεί να είναι μια επιστροφή στο χθες. Πρέπει να είναι η υπέρβασή του.
Οι εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ επιβεβαιώνουν ότι ο Τσίπρας σωστά επιλέγει να χτίσει κάτι νέο, απολύτως πιο ώριμο, πιο θεσμικό και πιο κοινωνικά γειωμένο. Γιατί το ζητούμενο πλέον δεν είναι απλώς η επιβίωση ενός κόμματος και η πολιτική σωτηρία της ηγετικής του ομάδας, αλλά η ανασυγκρότηση ολόκληρης της προοδευτικής παράταξης και η διαμόρφωση μιας πειστικής εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης για τη χώρα.
Γιατί, σύντροφοι, πήξαμε στην «ιδεολογική καθαρότητα» των «πούρων αριστερών» που κουνάνε το δάχτυλο στον Τσίπρα και τον καλούν να κάτσει στο ίδιο τραπέζι και να διαπραγματευτούν (ως ισοϋψείς μάλιστα) για την μεγάλη κυβερνώσα αριστερά, που θα τους συμπεριλαμβάνει εξάπαντος.
Με άλλα λόγια «ο καβγάς είναι για το πάπλωμα» ή ακριβέστερα «η μυλωνού τον άντρα της με τους πραματευτάδες»!!
Στο κάτω κάτω της γραφής
“Οι γλάροι ακολουθούν τις τράτες επειδή πιστεύουν ότι θα ρίξουν σαρδέλες στη θάλασσα”.
Eric Cantona, Γάλλος ποδοσφαιριστής
