Κυριακή, 03 Μαϊος 2026 20:40

Στενά Ορμούζ: Η κρίση που φέρνει ενεργειακό εφιάλτη και οικονομικό σοκ σε Ε.Ε. και Ελλάδα

Γράφτηκε από την

Στενά Ορμούζ: Η κρίση που φέρνει ενεργειακό εφιάλτη και οικονομικό σοκ σε Ε.Ε. και Ελλάδα

Του Χρήστου Καπούτση

Ο πόλεμος στο Ιράν δεν εκτονώνεται, μετασχηματίζεται. Και μαζί του μετασχηματίζεται και ο τρόπος με τον οποίο ασκείται η ισχύς στο διεθνές σύστημα. Η κρίση στον Περσικό Κόλπο και τα Στενά του Ορμούζ δεν είναι μια ακόμη περιφερειακή ένταση. Είναι μια πολυεπίπεδη, αδιέξοδη και δυνητικά εκρηκτική σύγκρουση, με άμεσες και σαρωτικές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία και στην ενεργειακή ασφάλεια της Δύσης.
Η προοπτική αποκλιμάκωσης δεν διακρίνεται στον ορίζοντα. Αντιθέτως, ο κόσμος εισέρχεται σε μια νέα φάση «υβριδικής πίεσης», όπου η στρατιωτική ισχύς δεν εκδηλώνεται αποκλειστικά με βομβαρδισμούς, αλλά με πιο σύνθετα εργαλεία: οικονομικό στραγγαλισμό, ναυτικό αποκλεισμό, έλεγχο κρίσιμων θαλάσσιων αρτηριών. Πρόκειται για έναν πόλεμο χαμηλής ορατότητας, αλλά υψηλής έντασης.
Ο ναυτικός αποκλεισμός, ιδίως σε ένα περιβάλλον όπως τα Στενά του Ορμούζ,    από όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου ,    δεν αποτελεί μόνο μέσο πίεσης προς το Ιράν. Αποτελεί εργαλείο διαμόρφωσης του διεθνούς ενεργειακού ισοζυγίου. Κάθε διατάραξη εκεί, μεταφράζεται σε αύξηση τιμών, πληθωριστικές πιέσεις και αναταράξεις στις αγορές.

Παράλληλα, στο διπλωματικό επίπεδο, ο Τραμπ επιλέγει να ανοίξει δίαυλο επικοινωνίας με τον Βλαντίμιρ Πούτιν. Η τηλεφωνική συνομιλία διάρκειας ενενήντα λεπτών, των δύο Προέδρων ΗΠΑ και Ρωσίας,    δεν είχε τυπικό χαρακτήρα. Αντιθέτως, ανέδειξε τη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα: οι μεγάλες δυνάμεις δεν συγκρούονται πάντα ευθέως , διαπραγματεύονται μέσω κρίσεων.
Στην ατζέντα βρέθηκαν τόσο ο πόλεμος στην Ουκρανία όσο και η κρίση στη Μέση Ανατολή, με ιδιαίτερη έμφαση στο Ιράν. Η πρόταση για μια «μικρή εκεχειρία» στην Ουκρανία και η αναφορά σε πιθανό ρόλο της Μόσχας στη διαχείριση της ιρανικής κρίσης, υποδηλώνουν ότι η Ουάσιγκτον δεν αποκλείει μια επιλεκτική συνεννόηση με τη Ρωσία    ακόμη και σε ένα περιβάλλον στρατηγικής αντιπαλότητας.
Το Κρεμλίνο, από την πλευρά του, επιβεβαιώνει ότι το Ιράν δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως πρόβλημα προς επίλυση, αλλά ως πεδίο διαπραγμάτευσης. Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται η ουσία: το Ιράν είναι ταυτόχρονα στόχος πίεσης και διαπραγματευτικό χαρτί.
Η εικόνα που διαμορφώνεται παραπέμπει σε ένα διεθνές σύστημα σε μετάβαση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να διατηρήσουν την πρωτοκαθεδρία τους, όχι μόνο μέσω στρατιωτικής ισχύος, αλλά μέσω ελεγχόμενης κλιμάκωσης.
Αλλά τίποτα δεν θεωρείται δεδομένο, διότι,    απέναντι βρίσκεται ένα κράτος με σημαντικές αντοχές. Το Ιράν δεν είναι ένας εύκολος αντίπαλος. Διαθέτει στρατηγικό βάθος, περιφερειακά δίκτυα επιρροής και ένα οπλοστάσιο που περιλαμβάνει βαλλιστικούς πυραύλους, ικανούς να διατηρούν την ένταση σε υψηλά επίπεδα. Με άλλα λόγια, ούτε η κατάρρευση του Ιράν είναι άμεση προοπτική, ούτε μια «καθαρή νίκη» των Ηνωμένων Πολιτειών μπορεί να θεωρείται εξασφαλισμένη.

Είναι η Ε.Ε. ο μεγάλος χαμένος;

Αν η κρίση στον Περσικό Κόλπο κλιμακωθεί ή αν τα Στενά του Ορμούζ παύσουν να λειτουργούν απρόσκοπτα, το σοκ δεν θα το υποστεί πρωτίστως ούτε η Ουάσιγκτον, ούτε η Μόσχα, ούτε το Πεκίνο. Θα το υποστεί η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Και αυτό διότι το ευρωπαϊκό μοντέλο ευημερίας των τελευταίων δεκαετιών στηρίχθηκε σε ένα εύθραυστο τρίγωνο: φθηνή ενέργεια από τη Ρωσία, φθηνά προϊόντα από την Κίνα και στρατηγική ασφάλεια από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό το τρίγωνο, πλέον, έχει διαρραγεί.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία διέκοψε την ενεργειακή σχέση της Ε.Ε. με τη Ρωσία. Η Κίνα εξελίσσεται σε στρατηγικό ανταγωνιστή, ενώ παραμένει ταυτόχρονα κρίσιμος οικονομικός εταίρος. Και οι Ηνωμένες Πολιτείες, υπό μια λογική «America First» του Τράμπ, επαναπροσδιορίζουν το κόστος της ασφάλειας για τους Ευρωπαίους συμμάχους τους.

Παράλληλα,    νέοι πόλοι ισχύος αναδύονται: Κίνα, Ρωσία, Ινδία. Πυρηνικές δυνάμεις με αυξανόμενη τεχνολογική και στρατιωτική ισχύ, που διεκδικούν ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση της νέας παγκόσμιας τάξης. Και η Ευρώπη; Απούσα.    Παραμένει διαιρεμένη, αμήχανη και θεσμικά ατελής. Συζητά ακόμη για κοινή άμυνα, διαφωνεί για την εξωτερική πολιτική και διστάζει να προχωρήσει σε ουσιαστική πολιτική ενοποίηση.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ευημερία των ευρωπαίων , όχι μόνο δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη, αλλά μάλλον ανήκει στο παρελθόν...

Η γεωενεργειακή αναβάθμιση της Ελλάδας

Και η Ελλάδα; Δεν είναι απλός παρατηρητής. Αντιθέτως, βρίσκεται στο επίκεντρο κρίσιμων εξελίξεων. Η γεωγραφική της θέση, σε συνδυασμό με τις ενεργειακές και ναυτιλιακές της δυνατότητες, την καθιστούν κομβικό παράγοντα.
Η Σούδα λειτουργεί ως στρατηγικό στήριγμα της Δύσης στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ η ελληνική ναυτιλία,    που αντιπροσωπεύει περίπου το 20% της παγκόσμιας χωρητικότητας,    βρίσκεται εκ των πραγμάτων στην πρώτη γραμμή κάθε διαταραχής στις θαλάσσιες μεταφορές. Σε περίπτωση κλιμάκωσης στα Στενά του Ορμούζ, τα ελληνικά πλοία θα βρεθούν αντιμέτωπα με αυξημένους κινδύνους, ενώ η ενεργειακή τροφοδοσία θα καταστεί ακριβότερη και πιο αβέβαιη.
Παράλληλα, η ανάδειξη της Αλεξανδρούπολης ως ενεργειακού κόμβου και η ενίσχυση των υποδομών LNG εντάσσουν τη χώρα σε μια νέα ενεργειακή αρχιτεκτονική. Όμως αυτή η αναβάθμιση συνοδεύεται από ένα παράδοξο: η Ελλάδα γίνεται ενεργειακός κόμβος, αλλά η ενέργεια παραμένει ακριβή για τους πολίτες και την οικονομία.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται το κρίσιμο ερώτημα πολιτικής: μπορεί να υπάρξει γεωπολιτική αναβάθμιση χωρίς κοινωνική θωράκιση; Η απάντηση είναι αρνητική. Διότι η γεωπολιτική ισχύς, χωρίς οικονομική αντοχή και κοινωνική συνοχή, παραμένει εύθραυστη.
Σε έναν κόσμο που αλλάζει με ταχύτητα, η Ελλάδα καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε ευκαιρίες και κινδύνους. Η θέση της ενισχύεται, αλλά και η έκθεσή της σε γεωπολιτικούς κινδύνους αυξάνεται.
Αν κάτι αποκαλύπτει η κρίση στο Ιράν, δεν είναι απλώς η ένταση ενός ακόμη πολέμου. Είναι το τέλος των βεβαιοτήτων. Οι θαλάσσιες οδοί δεν είναι πια ουδέτερες, η ενέργεια δεν είναι πια δεδομένη και η ασφάλεια δεν παρέχεται χωρίς αντάλλαγμα. Ο ναυτικός αποκλεισμός στα Στενά του Ορμούζ δεν αφορά μόνο την Τεχεράνη    αφορά την ίδια τη λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας.
Η Ευρώπη καλείται να αποφασίσει αν θα παραμείνει θεατής ή αν θα μετατραπεί σε παράγοντα. Και η Ελλάδα, αν θα αρκεστεί στον ρόλο του «χρήσιμου συμμάχου» ως ενεργειακή πύλη του αμερικανικού LNG,      ή αν θα διεκδικήσει ανταλλάγματα.   
Γιατί στο τέλος της ημέρας, δεν κερδίζει αυτός που συμμετέχει. Κερδίζει αυτός που διαπραγματεύεται. Και σε έναν κόσμο που ξαναμοιράζεται, η απουσία στρατηγικής δεν είναι ουδετερότητα. Είναι επιλογή ήττας.