Ο σύγχρονος πολιτικός «καθωσπρεπισμός» παρουσιάζεται ως κατάκτηση ενός ώριμου δημοκρατικού πολιτισμού, με το πολιτικό σαβουάρ βιβρ αυστηρά να προβλέπει:
Λιγότερες φωνές (όχι φυσικά του Άδωνι, αφού οι τσιρίδες του είναι από «ιερή» αγανάκτηση), λιγότεροι χαρακτηρισμοί (όχι βεβαίως του Πλεύρη, αφού στο οικογενειακό τους λεξικό το λήμμα «προδότης» ετυμολογείται με την λέξη «αριστερός», ανεξάρτητα από την οικογενειακή φιλοναζιστική ιδεολογία τους, ιδεολογία των γερμανοτσολιάδων), περισσότερη ψυχραιμία (όχι οπωσδήποτε της Βούλτεψη, ιδιαίτερα όταν δεν της επιτρέπεται να εξηγήσει πόσο πολύ στενά είναι τα στενά….του Ορμούζ) και θεσμική ευγένεια (όχι εξάπαντος του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη ο οποίος παρακολουθούσε τους πάντες και τα πάντα, με κακόβουλο λογισμικό, για λόγους…..εθνικής ασφάλειας).
Έτσι, στην πράξη αυτό το περιτύλιγμα συχνά λειτουργεί ως φύλλο συκής που καλύπτει μια βαθύτερη και πιο επικίνδυνη πραγματικότητα:
Τη μετατόπιση της πολιτικής σύγκρουσης από το ορατό πεδίο των ιδεών στο αόρατο πεδίο της χειραγώγησης, της παραπληροφόρησης και της υπόγειας εξόντωσης των αντιπάλων.
Η ιστορία της Μεταπολίτευσης και όσα προηγήθηκαν, όπως η περίοδος της λεγόμενης «Αποστασίας» του 1965, συνδέονται με έντονα πάθη και σκληρή ρητορική. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και ο Γεώργιος Παπανδρέου αποτέλεσαν κυριολεκτικά πρόσωπα-σύμβολα μιας εποχής όπου η πολιτική σύγκρουση εκφραζόταν χωρίς φίλτρα.
Σήμερα, φαινομενικά, έχουμε απομακρυνθεί από εκείνη την ωμή αντιπαράθεση ενώ η ουσία δεν έχει εξαφανιστεί· απλώς έχει αλλάξει μορφή.
Ο «καθωσπρεπισμός» της σύγχρονης πολιτικής δεν σημαίνει απαραίτητα και ηθική ανωτερότητα, ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει.
Συχνά συνοδεύεται από μια διπλή γλώσσα: Δημόσια επίκληση της ευπρέπειας και ιδιωτική ή υπόγεια λειτουργία μηχανισμών που στοχεύουν στη σπίλωση, στον εκφοβισμό και στον έλεγχο.
Οι επιθέσεις δεν γίνονται πια μόνο με συνθήματα στους δρόμους, αλλά με οργανωμένες καμπάνιες στο διαδίκτυο, με διαρροές, με «ανώνυμες» πηγές και με στοχευμένες αφηγήσεις που διαμορφώνουν την κοινή γνώμη χωρίς να φαίνεται καθαρά ο πομπός της στρεψοδικίας, της συκοφαντίας, της λάσπης και της δολοφονίας χαρακτήρων, αλλά μόνο οι δέκτες, όλοι εμείς δηλαδή.
Στην εποχή της ψηφιακής πληροφορίας, η πολιτική εξουσία δεν χρειάζεται να φωνάζει· αρκεί να ψιθυρίζει τα στρεβλά και συμφέροντα της στα σωστά κανάλια «ενημέρωσης & πληροφόρησης» της κοινής γνώμης, στα γνωστά -όπως έγιναν παγκοίνως γνωστά- «νταβατζηδομάγαζα».
Δίκτυα τρολ, στρατηγικές επικοινωνίας και επιλεκτική προβολή ειδήσεων μπορούν να κατασκευάσουν πραγματικότητες, να αποδομήσουν πρόσωπα και να επηρεάσουν συνειδήσεις. Το αποτέλεσμα είναι πιο ύπουλο από την παλιά, ωμή αντιπαράθεση όταν ο άμοιρος πολίτης δεν γνώριζε σχεδόν ποτέ ότι γίνεται στόχος χειραγώγησης.
Η περίπτωση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, όπως έχει γίνει συνείδηση με καθολικό τρόπο από την μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία, εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη συζήτηση. Οι καταγγελίες για μηχανισμούς παρακολούθησης, για πιέσεις σε μέσα ενημέρωσης και για επιθέσεις σε δημοσιογράφους δεν είναι απλώς πολιτική αντιπαράθεση· είναι ενδείξεις μιας βαθύτερης κρίσης εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Όταν η εξουσία κατηγορείται ότι χρησιμοποιεί εργαλεία ελέγχου αντί για διαφάνεια, τότε ο καθωσπρεπισμός μετατρέπεται σε προσωπείο και οι θεσμοί καταπίπτουν ξεφτιλιζόμενοι.
Ιδιαίτερα κρίσιμος είναι ο ρόλος της δημοσιογραφίας. Σε μια δημοκρατία, η ερευνητική δημοσιογραφία λειτουργεί ως αντίβαρο στην εξουσία. Όταν όμως δημοσιογράφοι στοχοποιούνται, απαξιώνονται ή πιέζονται οικονομικά και θεσμικά, τότε το πρόβλημα δεν είναι απλώς επαγγελματικό, είναι βαθιά πολιτικό. Η απαξίωση της ενημέρωσης οδηγεί σε έναν φαύλο κύκλο όπου η αλήθεια χάνεται μέσα στον θόρυβο και ο πολίτης αδυνατεί να διακρίνει το πραγματικό από το κατασκευασμένο.
Ο σύγχρονος πολιτικός «καθωσπρεπισμός», λοιπόν, δεν είναι ουδέτερος. Μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο αποσιώπησης. Όταν η δημόσια συζήτηση περιορίζεται σε «ευγενικούς» τόνους, αλλά οι πραγματικές συγκρούσεις μεταφέρονται στο παρασκήνιο, τότε η δημοκρατία αποδυναμώνεται. Η σύγκρουση ιδεών είναι αναγκαία, ενώ η υποκατάστασή της από υπόγειες πρακτικές είναι επικίνδυνη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η επιστροφή σε χυδαίους χαρακτηρισμούς αποτελεί λύση. Αντίθετα, το ζητούμενο είναι μια ειλικρινής πολιτική αντιπαράθεση, όπου τα επιχειρήματα υπερισχύουν χωρίς να κρύβονται πίσω από μηχανισμούς χειραγώγησης. Η διαφάνεια, η λογοδοσία και η ανεξαρτησία των θεσμών είναι τα μόνα αντίδοτα σε μια πολιτική που αλλιώς κινδυνεύει να διολισθήσει σε αυταρχικές πρακτικές με «ευγενικό» πρόσωπο.
Στο τέλος, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η πολιτική είναι πιο κόσμια από το παρελθόν. Είναι αν είναι πιο έντιμη. Και αυτό δεν κρίνεται από το ύφος των δηλώσεων, αλλά από τις πράξεις που τις συνοδεύουν.
Ας συμφωνήσουμε επιτέλους στα αυτονόητα: Η βίαιη φτωχοποίηση, η απομείωση της αγοραστικής δύναμης του μισθωτού, του αυτοαπασχολούμενου και του συνταξιούχου (την επταετία Μητσοτάκη) από 25% - 30%, η καρτελοποίηση των τροφίμων, των καυσίμων, της ενέργειας, των τραπεζών, ο εκφυλισμός και εν τέλει η κατάργηση του κοινωνικού κράτους και των δημόσιων αγαθών από τους κατ’ επάγγελμα πολιτικούς απατεώνες, δεν αντιμετωπίζονται με πολιτικό «καθωσπρεπισμό», αντιμετωπίζονται με ξεκουκούλωμα των αυτουργών και με κοινωνικούς αγώνες.
Στο κάτω κάτω της γραφής
“Οι άνθρωποι είναι τόσο αφελείς και τόσο έτοιμοι να υπακούσουν, ώστε ποτέ δεν θα λείψουν τα θύματα σε έναν αχρείο για να κάνει τις απάτες του”.
Νικολό Μακιαβέλι, Ιταλός πολιτικός φιλόσοφος
