Η συζήτηση γύρω από το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ αναδεικνύει κάτι βαθύτερο από μια ακόμη υπόθεση κακοδιαχείρισης δημόσιου χρήματος. Αναδεικνύει τα όρια –ή μάλλον την απουσία ορίων– ενός σημαντικού τμήματος του εκλογικού σώματος απέναντι στη διαφθορά, την αδιαφάνεια και την πολιτική ευθύνη, όπωςαναδεικνύει την (ακόμα) επιτυχή προσπάθειατου ανθρωποφάγου πρωθυπουργού νααυτοπροβάλλεται ως vegan.
Το εκλογικό ποσοστό του 41% που έλαβε ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν είναι απλώς μια εκλογική νίκη. Είναι μια πολιτική και κοινωνική συνθήκη. Και το βασικό ερώτημα δεν είναι αν σκάνδαλα όπως αυτό του ΟΠΕΚΕΠΕ θα επηρεάσουν την Τρίτη θητεία που επιδιώκει η ΝΔ, αλλά γιατί ενώ η κυβέρνηση έχει χάσει περισσότερο από το μισό της εκλογικής της δύναμης, το δεύτερο κόμμα δείχνει να απέχει μακράν της κυβερνητικής παράταξης η οποία δημοσκοπικά λαμβάνει υπερδιπλάσιο ποσοστό.
Ένα μέρος της απάντησης βρίσκεται στην εμπεδωμένη πεποίθηση ότι “όλοι ίδιοι είναι” και αυτό αποτελεί τον μέγιστο εκμαυλισμό και έμπρακτη «προσφορά» της καθεστωτικής ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη στις σκοτεινές δυνάμεις που αντιμάχονται κάθε έννοια δημοκρατικής λειτουργίας.
Όταν η διαφθορά θεωρείται διαχρονική και αναπόφευκτη, παύει να λειτουργεί ως κριτήριο ψήφου, αντί να προκαλεί αγανάκτηση, ενσωματώνεται σε μια κυνική κανονικότητα. Έτσι, κάτω από το πρίσμα των «διαχρονικών παθογενειών» οι αποκαλύψεις δεν μεταφράζονται σε πολιτικό κόστος.
Υπάρχει όμως και μια πιο υλική διάσταση, η πλέον επικίνδυνη διάσταση, η διάσταση που μετατρέπει τον πολίτη σε πελάτη, τον ψηφοφόρο σε εκβιαζόμενο, την δημοκρατική επιλογή κυβερνητικής πρότασης σε πεδίο εξαγοράς ψήφων.
Για σημαντικά τμήματα της κοινωνίας, η σχέση με την εξουσία παραμένει πελατειακή. Η πρόσβαση σε πόρους, διευκολύνσεις ή ευκαιρίες –άμεσες ή έμμεσες– λειτουργεί ως αντιστάθμισμα απέναντι σε ζητήματα θεσμικής εκτροπής. Το κράτος δεν αντιμετωπίζεται ως συλλογικό αγαθό, αλλά ως πεδίο διανομής ωφελημάτων.
Να το φωνάξουμε δυνατά: οι πελατειακές σχέσεις δεν αποτελούν έμμεσο τρόπο προσπορισμού ψήφων αλλά ευθεία δημοκρατική εκτροπή.
Σε αυτό το πλαίσιο, ζητήματα όπως οι υποκλοπές ή η λειτουργία της Δικαιοσύνης δεν κινητοποιούν ευρύτερα στρώματα. Δεν είναι ότι δεν έχουν σημασία· είναι ότι δεν βιώνονται ως άμεσα και απειλητικά γεγονότα για την καθημερινότητα ενός μεγάλου μέρους των πολιτών.
Η Δημοκρατία, όταν αποσυνδέεται από την καθημερινή εμπειρία και την τρέχουσα πραγματικότητα, μετατρέπεται σε μια γενική, φιλολογική και αφηρημένη έννοια.
Παράλληλα, το κυρίαρχο πολιτικό αφήγημα έχει καταφέρει να πείσει ότι η «σταθερότητα» και η «ανάπτυξη» υπερτερούν κάθε άλλης παραμέτρου. Ακόμη και όταν προκύπτουν σοβαρές καταγγελίες για κακοδιαχείριση ή διαπλοκή, οι οποίες συχνά υποβαθμίζονται ως «παραφωνίες» σε μια κατά τα άλλα επιτυχημένη πορεία, χάριν της…….σταθερότητας και ανεξάρτητα αν αυτή οδηγεί στην πλήρη κατάπτωση των αξιών και της εμπιστοσύνης σε κάθε έννοια κράτους δικαίου.
Το αποτέλεσμα είναι μια ιδιότυπη ανοχή. Όχι απαραίτητα κάποια ενεργή υποστήριξη της διαφθοράς, αλλά μια παθητική αποδοχή της ως αναπόσπαστου στοιχείου του συστήματος. Σε αυτό το περιβάλλον, η πολιτική ευθύνη αποδυναμώνεται και η έννοια της λογοδοσίας χάνει το νόημά της.Αυτό συνδέεται άμεσα με το πρόβλημα της συλλογικής δράσης. Ακόμα και αν πολλοί διαφωνούν με τη διαφθορά, ο καθένας ξεχωριστά δεν έχει κίνητρο να αντιδράσει, γιατί θεωρεί ότι οι άλλοι δεν θα το κάνουν. Έτσι, η παθητική αποδοχή γίνεται αυτοεκπληρούμενη.
Συνάμα, παρατηρείται μια μορφή «ηθικής προσαρμογής» επειδή οι πολίτες αναπροσαρμόζουν τα κριτήριά τους: μικρές ή «λειτουργικές» μορφές διαφθοράς αρχίζουν να θεωρούνται ανεκτές ή ακόμη και αναγκαίες για να «δουλέψει το σύστημα».
Αυτό δεν σημαίνει ότι εγκρίνουν τη διαφθορά, αλλά ότι τη θεωρούν αναπόφευκτη.Σε θεσμικό επίπεδο, αυτό οδηγεί σε αποδυνάμωση της λογοδοσίας, η οποίαπροϋποθέτει δύο πράγματα: αφενός μηχανισμούς ελέγχου, αφετέρου κοινωνική απαίτηση για ευθύνη. Όταν η δεύτερη εξασθενεί, οι μηχανισμοί τυπικά παραμένουν αλλά ουσιαστικά αδρανούν. Οι κυρώσεις γίνονται σπάνιες ή επιφανειακές και η ευθύνη διαχέεται μέσα σε πολύπλοκες δομές εξουσίας.
Ωστόσο, η στοχοποίηση συλλογικά του «41%» ως ενιαίου σώματος δεν βοηθά στην κατανόηση του φαινομένου. Οι ψηφοφόροι δεν αποτελούν μονολιθική ομάδα. Περιλαμβάνουν ανθρώπους με διαφορετικά συμφέροντα, αγωνίες και αντιλήψεις. Αν η κριτική μετατρέπεται σε απαξίωση, τότε απλώς ενισχύει τα ήδη υπάρχοντα πολιτικά χαρακώματα.Το πραγματικό ζήτημα είναι πώς μπορεί να διαρραγεί αυτή η σχέση ανοχής. Και αυτό δεν θα συμβεί με καταγγελίες μόνο, αλλά με αξιόπιστες εναλλακτικές προτάσεις που να αγγίζουν την καθημερινότητα, όπως είναι η υγεία, ηπαιδεία, η εργασία, το εισόδημα (η αγοραστική δύναμη), η δικαιοσύνη.
Τέλος, η διάχυση της ευθύνης (ακόμα και για εγκληματικές πράξεις ή παραλήψεις που συγκλόνισαν το πανελλήνιο) μέσα σε πολύπλοκες δομές, με στημένες προανακριτικές επιτροπές και με αθωωτικές αποφάσεις μόνο από την κυβερνητική πλειοψηφία, δεν καθιστά απλά δύσκολη την τιμωρία, αλλά και την όποια σαφή απόδοση ευθύνης. Όταν «όλοι φταίνε λίγο», δεν λογοδοτεί κανείς.
Έτσι, ουδείς νουνεχής πολίτης -ή πολύ περισσότερο οποιοσδήποτε πολιτικός- δικαιούται να εμφανίζεται δήθεν έκπληκτοςφωνάζοντας:
“Βρείτε μου ένα σύννεφο να πέσω!!”
Στο κάτω κάτω της γραφής
“Οι λαοί που εκλέγουν διεφθαρμένους πολιτικούς, κλέφτες, απατεώνες και προδότες δεν είναι θύματα αλλά συνένοχοι.”.
Tζωρτζ Όργουελ, Βρετανός συγγραφέας.
