Η επιλογή ποδοσφαιρικής ομάδας σε μικρή ηλικία σπάνια είναι αποτέλεσμα λογικής σκέψης. Συνήθως γεννιέται μέσα στο σπίτι, στις Κυριακές με το ραδιόφωνο ανοιχτό, στις αφηγήσεις του πατέρα ή του παππού, στα χρώματα που κρεμιούνται ασυναίσθητα στον τοίχο. Άλλες φορές έρχεται από την παρέα, από το σχολείο, από μια μεγάλη νίκη ή –παραδόξως– από μια άδικη ήττα που σε πονά τόσο, ώστε σε δένει για πάντα. Η ομάδα δεν επιλέγεται· σε διαλέγει.
Να επιλέγεις να γίνεσαι ΠΑΟΚ σε μια πόλη της νότιας Ελλάδας τη δεκαετία του 1970 ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή αθλητική προτίμηση. Σε μια εποχή που οι μεγάλες αθηναϊκές ομάδες κυριαρχούσαν σε τίτλους, προβολή και εξουσία, το να υποστηρίζεις τον ΠΑΟΚ σήμαινε να πηγαίνεις κόντρα στο ρεύμα. Ήταν μια σιωπηλή δήλωση αυτονομίας, ανεξαρτησίας, μια επιλογή που συχνά χρειαζόταν θάρρος. Σήμαινε να εξηγείς ξανά και ξανά το «γιατί ΠΑΟΚ», να αντέχεις πειράγματα, να νιώθεις μόνος, αλλά ταυτόχρονα περήφανος για αυτή τη μοναχικότητα. Να είσαι ο Δυνατός ουσιαστικά και όχι γιατί κατέκτησες ένα πρωτάθλημα ή ένα κύπελλο.
Το να είσαι ΠΑΟΚ, όμως, δεν περιορίζεται σε γεωγραφία ή εποχή. Είναι ταυτότητα βαθιά δεμένη με την ιστορία της ομάδας, που γεννήθηκε από τον ξεριζωμό των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης. Ο ΠΑΟΚ κουβαλά μνήμη, απώλεια και αξιοπρέπεια. Είναι η ομάδα των προσφύγων, αυτών που έχασαν πατρίδα αλλά δεν έχασαν ψυχή. Αυτό το βάρος της ιστορίας μεταφέρεται μέχρι σήμερα στις εξέδρες, στα συνθήματα, στα μάτια των φιλάθλων.
Ο κόσμος του ΠΑΟΚ είναι γνωστός για το πάθος και τον φανατισμό του. Για τη χαρά που ξεχειλίζει στις νίκες, αλλά και για τη στεναχώρια που βαραίνει στις ήττες – ιδίως όταν αυτές μοιάζουν άδικες. Για τον ΠΑΟΚτσή, η αδικία δεν ξεχνιέται εύκολα· γίνεται καύσιμο αντίστασης. Αντίστασης στο αθηναϊκό κατεστημένο, αλλά και γενικότερα σε κάθε μορφή εξουσίας που μοιάζει να αγνοεί ή να υποτιμά.
Τελικά, το να είσαι ΠΑΟΚ είναι μια διαρκής στάση ζωής. Είναι το πείσμα να στέκεσαι όρθιος, ακόμη κι όταν όλα μοιάζουν εναντίον σου. Είναι να πιστεύεις, να πονάς, να θυμώνεις, αλλά να μην εγκαταλείπεις. Είναι να μαθαίνεις από μικρός ότι η αγάπη για κάτι αληθινό δεν μετριέται με τίτλους, αλλά με αντοχή, μνήμη και καρδιά.
Αν η Πόλη είναι η καταγωγή του ΠΑΟΚ, συμβολίζοντας την ιστορική μνήμη, η Θεσσαλονίκη είναι η ψυχή του και όχι απλώς η έδρα του. Μια πόλη με βαριά ιστορία, προσφυγική μνήμη, κοινωνικές πληγές και διαρκές αίσθημα αδικίας, που μοιάζει να καθρεφτίζεται απόλυτα στην πορεία της ομάδας της. Ο ΠΑΟΚ είναι παιδί της Θεσσαλονίκης και η Θεσσαλονίκη μεγαλώνει μαζί του, στις χαρές και στις συμφορές.
Οι τραγωδίες που έχουν πλήξει διαχρονικά τον κόσμο του ΠΑΟΚ, με πιο οδυνηρή τη μνήμη των αδικοχαμένων φιλάθλων, δεν ξεχνιούνται ποτέ· μετατρέπονται σε συλλογικό πένθος και σε σιωπηλό όρκο μνήμης. Κάθε τέτοια απώλεια βαθαίνει ακόμη περισσότερο τον δεσμό ανάμεσα στην ομάδα και τον λαό της, θυμίζοντας πως ο ΠΑΟΚ δεν είναι απλώς ποδόσφαιρο, αλλά κοινότητα, πόνος μοιρασμένος και αγάπη που επιμένει, ακόμα και μέσα από τις πιο σκοτεινές στιγμές.
Τα χρώματα του ΠΑΟΚ μας είναι το Άσπρο και το Μαύρο. Το ένα συμβολίζει την ελπίδα των προσφύγων για ένα καλύτερο αύριο, το άλλο το πένθος για ό,τι έχει χαθεί οριστικά στη διαχρονική πορεία από την Κωνσταντινούπολη μέχρι εδώ, μέχρι το σήμερα. Κάτι στιγμές σαν κι αυτές, αναρωτιέσαι, μήπως μόνο το μαύρο, ένας κατάμαυρος Δικέφαλος Αετός….
Όμως, αμέσως, το παίρνεις αλλιώς. Στην επέτειο των 100 ετών (1926-2026), με σφιγμένα δόντια και σφιγμένες γροθιές, προχωράμε. Πέφτουμε αλλά ξαναστεκόμαστε όρθιοι. Με βουρκωμένα μάτια αλλά με το βλέμμα στο αύριο, στις νίκες που θα έρθουν, στις αδικίες και τις συμφορές που θα μας ξαναχτυπήσουν… Γιατί ΠΑΟΚ είσαι…
