Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2026 20:55

Στη δημοκρατία, περί ορέξεως… υποψηφιότητα!

Γράφτηκε από την

Στη δημοκρατία, περί ορέξεως… υποψηφιότητα!

Του Γρηγόρη Χαλιακόπουλου, Συγγραφέα - δημοσιογράφου

Η δομή και η σημασία που έχει η ανθρωπότητα είναι εκείνη που εμείς επιθυμούμε να της αποδώσουμε. Κατά τον Νίτσε ότι αποκαλούμε πραγματικότητα είναι προϊόν δικών μας προθέσεων και επιλογών. Συνεπώς η οποιαδήποτε επίκληση αντικειμενικότητας αποτελεί μια προκατάληψη, η οποία ενισχύεται απ΄ τον παραπλανητικό τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η γλώσσα. Το κύριο μέσο επικοινωνίας των έλλογων όντων δημιουργεί έναν παραπλανητικό καθρέπτη, εντός του οποίου απεικονίζεται εκείνο που θέλουμε και όχι εκείνο που υφίσταται. Η ελληνική πολιτική σκηνή αντιπροσωπεύει το πλέον τρανό παράδειγμα της ανωτέρω συνειρμικής σκέψης. Ολική έκλειψη «αντιληπτικής διαύγειας» η οποία επιφέρει με όλα τα συμπαρομαρτούντα αδυναμία ερμηνείας και κυρίως αξιολόγησης των πολιτικών και κατ΄ επέκτασιν των πεπραγμένων τους.
Επί παραδείγματι παρατηρούμε εντός του Κοινοβουλίου, ιταμά πρόσωπα να αναδεικνύονται σε κατ΄ επίφασιν προσωπικότητες, ενώ αν υπήρχε «αντικειμενική κριτική εκτίμηση» οι εκλεγμένοι αυτοί πολιτικοί δεν θα είχαν θέση σε μια δημοκρατική Πολιτεία ούτε στις παρυφές των εξωτερικών τειχών της.
Άλλωστε, ποιο άλλο πόστο θα μπορούσε να ανατεθεί στους απίθανους αυτούς τύπους, πλην της εκπαραθύρωσής τους απ΄ τον ιερό χώρο ενός κοινοβουλευτικού θεσμού μιας σύγχρονης δημοκρατίας ή μιας πλατωνικής πολιτείας;
Υποχείρια επιχειρηματιών, δουλοπρεπή και άνανδρα ανθρωπάρια, τυχάρπαστοι ψευτόμαγκες και αρπακτικά πρώτης γραμμής, γλύφουν εκεί που έφτυναν, κολακεύουν με εμετικό «αδωνισμό» εκείνους που κάποτε χλεύαζαν στα κανάλια της ντροπής, διαγράφοντας μια πορεία κατά την οποία η έννοια του αποχρώντος λόγου, έχει πλήρως απολεσθεί. Πλήρης ανακολουθία, καθολική έλλειψη επαγωγικότητας παρά μόνο η γλοιώδης ασυνέπεια στο έπακρον.
Και όταν εμφανίζεται στην πολιτική κονίστρα ένα πρόσωπο, το οποίο επάνω του δεν σέρνει βαρίδια, τύπου: απάτης, διασπάθισης δημοσίου χρήματος, ευτέλειας και καιροσκοπισμού, τότε η κοκορομαχία στην πλειονότητα των παραταξιακών εδράνων, διακόπτεται καθότι ο εχθρός δεν είναι πλέον ο διπλανός συνάδελφος με την διαφορετική απόχρωση στο οικόσημο του κόμματος, αλλά ο μέχρι εκείνη τη στιγμή καθαρός, ειλικρινής, θαρραλέος και ανιδιοτελής νεοεμφανιζόμενος.
Αυτό υποδαυλίζει συναισθήματα τρόμου στις ορντινάντσες του συστήματος που θεωρούν κατά δήλωσή τους, το Κοινοβούλιο «μαγαζί γωνία».
Ιδιαίτερα αν τα αισθήματα φόβου για το μέλλον τους, προέρχονται απ’ τις αξιόποινες πράξεις λόγω των οποίων κινδυνεύουν με ενδεχόμενη φυλάκισή τους, τότε οι καθήμενοι στα όμορα έδρανα δεν συμμαχούν απλώς, αλλά επιτίθενται ανηλεώς στην «επικίνδυνη» οντότητα που είχε το θράσος να τους απαξιώσει, να τους εκθέσει και να αποκαλύψει την κενότητά τους.
Τα Μέσα Μαζικού Εκμαυλισμού, αναλαμβάνουν την εύκολη δουλειά του αποσυντονισμού της κοινωνίας και της καθημερινής παραπληροφόρησης, με αποτέλεσμα τα βέλη τους να καρφώνονται πισώπλατα σ εκείνους που διατηρούν τον εσώτερο κόσμο τους λευκό και τη συνείδησή τους σφυρηλατημένη με αξιοπρέπεια και ήθος.
Αρχίζει λοιπόν η άγρια μάχη, με στόχο και σκοπό την ηθική, ενίοτε και βιολογική εξόντωση ή στην καλύτερη των περιπτώσεων τον εξοστρακισμό του διαφορετικού οραματιστή.
Πόσο οδυνηρό είναι για έναν πολίτη με αρχές, να διαπιστώνει ότι η ατζέντα του πρωθυπουργού του τροποποιείται, ανάλογα με το ποιος είναι πλανητάρχης; Πόσο λυπηρό είναι να τον παρακολουθείς να τρέχει ως ευνούχος πίσω απ’ τον νταή αυτοκράτορα, ενώ στην εγχώρια σκηνή να απαξιώνει και ακολούθως να κουνά το δάχτυλο στους υπηκόους του, ακόμα και για «ασήμαντον αφορμήν»;
Να ειρωνεύεται από κοινού με τον περίγυρό του, τη μάνα που θρηνεί το παιδί της την ίδια ώρα που εκείνη δείχνει ως υπαίτιους αυτόν και τους ομοίους του;
Τι ανανδρία να προσπαθεί να εξευτελίσει μια μάνα, επειδή διαβλέπει ότι κινδυνεύει ο εξουσιαστικός του θώκος;
Πόσο ανθρωπάρια αισχίστου είδους είναι, τα στελέχη της μαφιόζικης παρεούλας που διώκουν και διαπομπεύουν εκείνους που αποκαλύπτουν ότι η Πολιτεία έχει μετατραπεί σε καφετέρια Φραπέδων;
Αλλά και πόση «εκτονωτική ηδονή» παρέχει στον συναισθηματικό κόσμο του νοήμονος πολίτη, η διαπίστωση ότι μια Μάνα εισέρχεται στο Κολοσσαίο της εγκληματικής οργάνωσης, δίχως πανοπλία, με μοναδικό ξίφος την πίστη της ότι αυτό που πράττει είναι ηθικό, δίκαιο, και σωστό;
Δικαίωμα αναφαίρετο ενός εχέφρονος πολίτη να προτιμά το ηγετικό προφίλ μιας αξιοπρεπούς θρηνούσας μάνας, έναντι εκείνων που στα έδρανα της πολιτικής αφασίας, υποκρίνονται πως συμπονούν, τους συγγενείς των πενήντα επτά θυμάτων ή των περισσότερων από εκατό εξαϋλωμένων στο Μάτι και αλλού.

Είναι επίσης ντροπιαστικό να κατηγορείται μια μάνα, από εκείνους που ανέχονται να φιλούν στις Σέρρες το χέρι ενός παρτάκια υπουργού, όταν τα χέρια των γονέων των θυμάτων παραμένουν «αφίλητα» από τη δικαιοσύνη.
Αυτή τη Μάνα τη λένε Μαρία Καρυστιανού κι έχει πάρει την εντολή - όχι ακόμα απ’΄ το λαό - αλλά απ’ τα πενήντα επτά δολοφονημένα παιδιά, να ξορκίσει την αδικία για να λυτρωθούν οι ψυχές τους στο κολαστήριο της χρονίζουσας εκκρεμότητας.
Και τούτο το ιερό δικαίωμα το έχει ο κάθε πολίτης, είτε θρηνεί ένεκα πόνου, είτε χάσκει απ’ την προσωπική ευδαιμονία.

Τη Μάνα αυτή τη λένε Μαρία Καρυστιανού κι έτσι γουστάρει… να θέσει την πολιτική της ύπαρξη στην κρίση μας, πολλώ δε μάλλον, όταν μας την θέτουν επί χρόνια οικογένειες και τζάκια ΑΕ δίχως ίχνος αυτοσεβασμού.
Στη δημοκρατία λοιπόν, περί ορέξεως καρυστιανόπιτα…