«Ἔγρεο, φίλα μᾶτερ!». (Σήκω, αγαπημένη μητέρα!)
Τον Ιανουάριο του 1828, ο Ιωάννης Καποδίστριας φτάνει στην Αίγινα για να αναλάβει τα καθήκοντά του ως Κυβερνήτη της ελεύθερης Ελλάδας. Παρά τη θερμή υποδοχή που του επιφυλάσσει το πλήθος, ο Καποδίστριας γρήγορα συνειδητοποιεί την οδυνηρή πραγματικότητα: ο τόπος και οι άνθρωποι στη μετεπαναστατική Ελλάδα έχουν ρημαχτεί από τις πολεμικές επιχειρήσεις, η παραγωγική βάση είναι αποδιαρθρωμένη και κρατικοί θεσμοί πρακτικά δεν λειτουργούν. Ανταποκρινόμενος όμως στο χρέος του, ο Κυβερνήτης θα παλέψει μέσα σε αντίξοες συνθήκες και θα κατορθώσει να φτιάξει στοιχειώδη κρατική οργάνωση και να ανασυγκροτήσει τα δημόσια οικονομικά και τη βασική εκπαίδευση, ενώ παράλληλα θα επιτύχει την αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Ελλάδας από τις Μεγάλες Δυνάμεις το 1830 και τη διεύρυνση των συνόρων της, αξιοποιώντας τις διπλωματικές του δεξιότητες και τις γνωριμίες του στις ευρωπαϊκές αυλές. Η τραγική δολοφονία του το 1831 οδήγησε στη δημιουργία ενός βασιλείου με επικεφαλής ξένη δυναστεία, στα πρότυπα όλων σχεδόν των κρατών της Ευρώπης εκείνη την εποχή.
Παρά τις αδυναμίες της διακυβέρνησής του, που συχνά χαρακτηρίστηκε από αυταρχικές πρακτικές και υπερσυγκεντρωτισμό, ακόμα και οι αντίπαλοι του Καποδίστρια αναγνώρισαν την άδολη φιλοπατρία του, τη διοικητική και διπλωματική του επάρκεια και την οραματική διάσταση της πολιτικής του. Πάνω απ‘ όλα όμως, το ανεπίληπτο ήθος και η προσωπική ανιδιοτέλεια που διέκρινε τον άνδρα καθιέρωσαν στο πέρασμα των αιώνων ένα εθνικό παράδειγμα χρηστής διακυβέρνησης, καθώς ο Καποδίστριας ούτε πλούτισε από την ενασχόλησή του με τα κοινά, ούτε οικογένεια δημιούργησε, αφιερώθηκε δηλαδή ψυχή τε και σώματι στο εθνικό όραμα μιας ελεύθερης και ανεξάρτητης Ελλάδας.
Στις μέρες μας, η συνειδητοποίηση της ακτινοβολίας του θετικού καποδιστριακού παραδείγματος για τα δημόσια πράγματα ισχυροποιείται διαρκώς. Και τούτο διότι, ειδικά στη μεταπολιτευτική περίοδο, το παράδειγμα αυτό δεν ακολουθήθηκε από κανέναν σχεδόν ηγέτη της χώρας, με εξαίρεση ίσως τον Κωνσταντίνο Καραμανλή αλλά σε διαφορετικό πλαίσιο. Άραγε η εποχή κάνει τον ηγέτη ή ο ηγέτης την εποχή; Όποια απάντηση και αν δοθεί στο ερώτημα αυτό, η διαπίστωση για τη σημερινή κατάσταση της χώρας είναι οδυνηρή: η ηγεσία της βουλιάζει στην ανυποληψία και στη διαφθορά παρά την επικοινωνιακή προπαγάνδα και τις διχαστικές πρακτικές, ενώ απουσιάζει η ξεκάθαρη εναλλακτική για το μέλλον. Η ασθένεια της πολιτικής ηγεσίας έχει μεταδοθεί δυστυχώς και στους θεσμούς του κράτους, η πλειοψηφία των οποίων έχει εκφυλιστεί στη συνείδηση της κοινωνίας, ενώ η ψυχική απόσταση μεταξύ πολιτικής ηγεσίας και πολιτών μεγαλώνει διαρκώς, τείνοντας να εξελιχθεί σε αγεφύρωτο χάσμα.
Το γεγονός αυτό δεν συνιστά βεβαία μεμονωμένο ελληνικό φαινόμενο, αλλά μια ευρύτερη παθογένεια της πλειοψηφίας των άλλοτε ισχυρών δυτικών κρατών, με αποτέλεσμα να αναδεικνύονται εσωτερικά ακραίες δυνάμεις και εξωτερικά να κερδίζουν διαρκώς σε ισχύ χώρες με επικεφαλής μη δημοκρατικούς ηγέτες. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, καθίσταται επιτακτική η ανάδειξη νέας εθνικής (και ευρωπαϊκής) ηγεσίας με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που μπορούν να αντλήσουν έμπνευση από το καποδιστριακό παράδειγμα:
-ανεπίληπτο ήθος, ακεραιότητα και αποδεδειγμένη εντιμότητα, με αυστηρό και πραγματικό έλεγχο πόθεν έσχες και αυστηρές κυρώσεις στους παραβάτες
-ανιδιοτέλεια και έλλειψη προσωπικού συμφέροντος ως προς την ενασχόληση με τα κοινά, με συλλογική, δημοκρατική προσέγγιση στη διακυβέρνηση και κατάργηση του αντιπαραγωγικού πρωθυπουργοκεντρικού μοντέλου
-χρονικό περιορισμό στην άσκηση δημοσίων αξιωμάτων το πολύ σε 2 θητείες
-αυστηρή διάκριση των εξουσιών, με ασυμβίβαστο υπουργού-βουλευτή, διαφανέστερο και αναλογικότερο εκλογικό σύστημα, ακομμάτιστη αυτοδιοίκηση, κατάργηση διορισμένων γενικών γραμματέων σε υπουργεία και οργανισμούς και επιλογή κρατικών λειτουργών αποκλειστικά με διαδικασία ΑΣΕΠ, αλλά και εξ ιδίων εκλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης χωρίς κυβερνητική παρέμβαση
-εθνικό όραμα και στοχοθεσία για το μέλλον με υποχρέωση προγραμματικών δεσμεύσεων όλων των κομμάτων προεκλογικά, προγραμματικές συνεργασίες και εθνικές, διαχρονικές πολιτικές στα μεγάλα ζητήματα του τόπου με ευρύτερη συναίνεση.
Όσο και αν τα ανωτέρω μοιάζουν δύσκολα ή και ουτοπικά, η εποχή μας, με τις διαρκείς ανατροπές και την αμφισβήτηση κεκτημένων σε παγκόσμιο επίπεδο, αναδεικνύει εμφατικά τη σημασία της ανάδειξης μιας ηγεσίας που εκπροσωπεί το προσωπικό και κοινό καλό και μπορεί να ενώσει τις Ελληνίδες και τους Έλληνες και να εμπνεύσει ένα πιο αισιόδοξο μέλλον για την πατρίδα μας.
Άλλωστε, ακόμα και στην εποχή του Καποδίστρια αυτό δεν ήταν καθόλου δεδομένο: ο ίδιος, ως Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, αντιμετώπιζε πάντα τη λυσσαλέα αντιπαλότητα του ραδιούργου και ανθέλληνα Αυστριακού Καγκελαρίου Κλέμενς Μέττερνιχ, που κατάφερε να επιτύχει την απομάκρυνσή του από τη σημαντική αυτή θέση. Παρά το γεγονός ότι ο Καποδίστριας δολοφονήθηκε νεότατος, ενώ ο Μέττερνιχ παρέμεινε στο πόστο του για αρκετά ακόμη χρόνια, η διαχρονική κληρονομιά και το αποτύπωμα του Καποδίστρια παρασάγγας απέχουν αυτών του αντιπάλου του: από την Ελβετία, τη Σλοβενία, τη Ρωσία και την Ελλάδα που τον τιμούν ως δημόσιο άνδρα έως τις ουρές των θεατών που σπεύδουν ενθουσιωδώς να παρακολουθήσουν στους κινηματογράφους τη νέα ταινία του Γιάννη Σμαραγδή, 200 σχεδόν χρόνια μετά το θάνατό του και παρά το θάψιμο των «επαγγελματιών» της κριτικής, ο Καποδίστριας συγκινεί και εμπνέει ακόμα με το παράδειγμά του. Και μας δείχνει το δρόμο του καλού που πρέπει να ακολουθήσουμε. Γιατί το καλό στο τέλος πάντα θα νικήσει.
*Ο Νίκος Θεοδώρου είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω και Διδάκτωρ Δημοσίου και Ευρωπαϊκού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ludwig-Maximilians του Μονάχου.
Ιστοσελίδα: www.ntheodorou.gr
