Στις 23-4- 2010 ο τότε Πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου, μέσα σ’ ένα εντελώς ασύμβατο προς το θέμα σκηνικό (στο γραφικό Καστελόριζο) και με επίσης ασύμβατο προς τα επερχόμενα ύφος, μας ανακοίνωσε την χρεοκοπία της χώρας και την προσφυγή στο ΔΝΤ.
Το πώς περάσαμε την επόμενη 10ετία δεν χρειάζεται να το περιγράψω. Είναι πρόσφατο, το βιώσαμε σκληρά και έχει αφήσει τα σημάδια του. Θα πω μόνο ότι κλείσαμε τα μάτια μας κι όταν τ’ ανοίξαμε είχαμε χάσει τη χώρα μας και τις ζωές μας. Αεροδρόμια, λιμάνια, τραίνα, ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, τράπεζες, ασφάλειες και γενικά κάθε σοβαρή οικονομική δραστηριότητα είχε όπως-όπως περάσει σε ξένους. Οι πιο μορφωμένοι και παραγωγικοί νέοι μας, έφυγαν κατά εκατοντάδες χιλιάδες στο εξωτερικό. Πάνε αυτοί, χάθηκαν για την Ελλάδα! Το χρέος όχι μόνον αυξήθηκε κι άλλο αλλά και ασφαλίστηκε καλά από τους δανειστές περνώντας στη δικαιοδοσία του Βρετανικού δικαίου. Και οι δύσμοιροι που παρέμειναν στη χώρα συνειδητοποίησαν ότι αυτοί, τα παιδιά και τα εγγόνια τους φορτώθηκαν την υποχρέωση να δουλεύουν σε συνθήκες γαλέρας για να ξεπληρωθεί το χρέος. Με μισθούς κατώτατους και υποκατώτατους, χωρίς συλλογικές συμβάσεις, με διαλυμένα ασφαλιστικά ταμεία και μέλλον που μόνο ζόφο αποπνέει. Πρόσφατα μάλιστα με την έκρηξη της ακρίβειας και τον πληθωρισμό, τη διάλυση του κοινωνικού κράτους και τη διευρυνόμενη φτωχοποίηση, όλο και περισσότεροι αναζητούν μια μικρή παρηγοριά στα επιδόματα φτώχειας τύπου … pass.
Αυτή είναι, με λίγα λόγια, η κατάσταση και μη μας παραπλανά η λαμπερή επικάλυψη που της προσδίδει ο τουρισμός, όπου υπάρχει.
Τι έφταιξε άραγε και φτάσαμε ως εδώ;
Σχεδόν όλοι αναφέρονται στον υπερδανεισμό σαν την αιτία που η χώρα σαρώθηκε σαν φτερό στον άνεμο μόλις η παγκόσμια κρίση του 2008 έφτασε στη χώρα μας. Οπωσδήποτε ο υπερδανεισμός είναι στοιχείο νοσηρό. Είναι όμως αυτός η αιτία ή μήπως είναι σύμπτωμα και αποτέλεσμα μιας βαθιάς αλλαγής που συμβαίνει και εντείνεται κατά τα τελευταία πενήντα χρόνια σε όλα τα επίπεδα της ελληνικής κοινωνίας και κατ’ επέκταση στην πολιτική ελίτ και στο ίδιο το κράτος;
Αν διερωτηθούμε, γιατί προσφεύγαμε -κράτος και πολίτες- στο δανεισμό με τόση ευκολία, η προφανής απάντηση είναι: μα ακριβώς για την ευκολία! Η εναλλακτική περίπτωση θα ήταν να επιδιώξουμε χρήμα μέσα από σχεδιασμό, συστηματική δουλειά, σωματικό και πνευματικό κάματο. Εμείς συλλογικά, επιλέξαμε το πρώτο και θεωρήσαμε το δεύτερο μοντέλο σκέψης και ζωής ξεπερασμένο. Θα θυμάστε, οι παλιότεροι, τις ελληνικές ταινίες της δεκαετίας του ’60, που προέβαλαν σαν πρότυπο τον νέο που αγωνίζεται ν’ αναστήσει τη ζωή του, κόντρα στα προβλήματα. Που έχει καμάρι του να ιδρώσει στη δουλειά, που παίρνει ικανοποίηση από τον κόπο και τα έργα του και από το ότι, εν τέλει, τα καταφέρνει να φανεί εντάξει στην κοινωνία. Που δεν δέχεται να γίνει σκλάβος του υπηρέτη του, δηλαδή του χρήματος, και δεν το έχει σε τίποτα να το δείχνει καμιά φορά όταν έρθει στο κέφι, καίγοντας μερικά χαρτονομίσματα. Το μοντέλο αυτό στα μεταπολιτευτικά χρόνια απαξιώθηκε. Ουσιαστικά η κοινωνία μας απαξίωσε τον κάματο της ζωής και ενστερνίστηκε την κατανάλωση σαν υψηλό της αγαθό και στόχο ζωής. Μας διέφυγαν όμως, όπως απέδειξε η κρίση, κάποια ουσιώδη πράγματα: Πρώτα-πρώτα, η όλο και μεγαλύτερη (μέσω του δανεισμού) ευχέρεια στην κατανάλωση, μας αποστερούσε τη δυνατότητα να δούμε τι μπορούμε να πράξουμε, πώς μπορούμε να ανταπεξέλθουμε στις δυσκολίες, τι εν τέλει αξίζουμε. Επειδή, όπως λέει ο Καθηγητής Β. Καραποστόλης «για να βρούμε τι αξίζουμε, πρέπει να πράξουμε». Ύστερα, κάνοντας το άλμα από τον μόχθο στην κατανάλωση, παραλείψαμε το ενδιάμεσο στάδιο ανάπτυξης που είναι η μεθοδική και συστηματική εργασία. Αυτή η οργανωμένη εργασία, που βασίζεται στο συνδυασμό χειρωνακτικής και πνευματικής προσπάθειας χρειάζεται υπομονή, δίδει όμως αποτελέσματα ανθεκτικά στο χρόνο και στις δυνάμεις που διέπουν την οικονομία και μπορούν να μας επιτρέψουν σταδιακά να ξανοιχτούμε και στην απόλαυση της κατανάλωσης. Τρίτο, ούτε εδώ, στην αλόγιστη κατανάλωση με «εύκολο» χρήμα, βρήκαμε μια διαρκή ικανοποίηση. Σύντομα διαπιστώσαμε ότι στη νέα κλίμακα αξιών που διαμορφώθηκε, οφείλεις να αγοράζεις όλο και περισσότερο για να είσαι κάποιος ή έστω να γίνεσαι αποδεκτός.
Διαπιστώνει κανείς να έχει αλλάξει κάτι σήμερα; Λαός και πολιτική ηγεσία (εν πολλοίς η ίδια της προηγούμενης κρίσης) είμαστε στοιχισμένοι στην ίδια γραμμή.
Ο φυγόπονος τρόπος ζωής, το «ευ ζην» με δανεικά λεφτά, η πρόταξη της κατανάλωσης έναντι της παραγωγής, ο παραγκωνισμός του πρωτογενή τομέα προς χάριν ευρωπαϊκών πολιτικών και υπό το δέλεαρ των επιδοτήσεων, δημιούργησαν κατά τη μεταπολίτευση και μέχρι σήμερα, μια κουλτούρα που διαπότισε όλη την κοινωνία και το κράτος. Αυτή, κατά τη γνώμη μου, δημιούργησε την κρίση 2010-2020 που περάσαμε και αυτή εγκυμονεί και την επόμενη.
Το κλειδί, νομίζω, είναι η στάση που θα τηρήσουμε και η σοβαρότητα που θα δείξουμε -κοινωνία και πολιτεία- απέναντι στις έννοιες «εργασία» και «έργο». Αυτό θα κρίνει αν θα υποστούμε τις συνέπειες μιας νέας κρίσης ή αν μπορούμε να ελπίζουμε ότι σ’ ένα απώτερο μέλλον θα ανακτήσουμε πάλι τη χώρα και τις ζωές μας.
(*) Δρ. Μηχανικός
π. Διευθυντής ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.
