Η νέα συλλογή ποιημάτων Στιγμές και στίγματα, (Kουκκίδα 2025), του Άγγελου Λάππα αποτελεί ένα στοχαστικό ποιητικό βιβλίο πάνω σε δύο ευδιάκριτες ενότητες, που εύκολα μπορούν να θεωρηθούν ως δύο χωριστές ποιητικές συλλογές. Η πρώτη με τον ειδικότερο τίτλο «Το τσίμπημα της μέλισσας» παραπέμπει στο «Στιγμές» του τίτλου του εξωφύλλου και περιέχει ποιήματα που έχουν να κάνουν με τη μνήμη, άλλοτε στη θεραπευτική και άλλοτε στη βασανιστική λειτουργία της. Η δεύτερη ενότητα/συλλογή με τον δικό της τίτλο «Ασκήσεις αντοχής» παραπέμπει αντίστοιχα στη λέξη «στίγματα» και περιέχει ποιήματα που «στιγματίζουν» νοσηρές συνθήκες της εποχής μας και σκληρά συμβαίνοντα της καθημερινότητάς μας.
Ιχνηλατώντας στην εν λόγω συλλογή στέκομαι στο πρώτο ποίημα, εν είδει προμετωπίδας ή προεξαγγελίας, με το οποίο ο Λάππας εισάγει τον αναγνώστη στο βιβλίο. Mε αυτό καταθέτει την άποψη ότι ο ποιητικός λόγος με τη μουσική του δύναμη, τη ρυθμικότητα και την ευαισθησία του έχει την ικανότητα να επηρεάζει την ανθρώπινη ψυχή, γιατί είναι καθρέφτης του βιώματος του ποιητή, ο οποίος αντιπροσωπεύει-εκφράζει κοινά βιώματα όλων των ανθρώπων. Εξαίρεται η δυνατότητα του ρόλου της ποίησης αλλά ταυτόχρονα και η μειωμένη επιδραστικότητά της: «Χτυπάς με την ευαισθησία των εκλεκτών/των μυημένων τη σοφία», σελ. 7. Ποιος χτυπάει, αναρωτιόμαστε. Εσύ, δηλαδή ο αναγνώστης. Σημειώνω ότι με το β΄ ενικό πρόσωπο εκτός από τη δύναμη του ποιητικού λόγου τονίζεται και ο κοινωνικός ρόλος του ποιητή.
Ακολουθεί η πρώτη μεγάλη ενότητα του βιβλίου «Το τσίμπημα της μέλισσας», δηλαδή το κέντρισμα να ανακαλούμε στιγμές, και αναδιφούμε αρχικά το μακροσκελές ποίημα «Αναδρομές». Σε αυτό ο Λάππας, αφήνοντας πίσω του τη χρήση της μνήμης όπως ήταν στον Όμηρο αλλά και εκείνη στον Ελύτη με την ιστορική της διάσταση (μνήμη του λαού μου σε λένε Άθω/ μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο), επιλέγει να ανακαλέσει το βιωμένο από τον ίδιο παρελθόν -έμμεσα και το δικό μας. Και το παρελθόν τσιμπάει όπως η μέλισσα, πονάει, αλλά δεν δηλητηριάζει, καθώς, μεταποιημένο σε αναπόληση, γλυκαίνει, λειαίνει τις πίκρες ή τις πικρίες, μειώνει την απαίτηση της προσδοκίας και «καλλωπίζει τις κακοτοπιές».
Ο Λάππας γνωρίζει ότι τώρα, στον καιρό της ωριμότητάς του, οι μέρες έχουν «το μεγαλείο» της βαριάς και παρατεινόμενης ήττας του οράματος για έναν καλύτερο κόσμο, γεύση που έρχεται από τη νιότη του και πικραίνει το συλλογικό και ατομικό παρόν, που είναι «φυλακισμένο σε τοξικά σύννεφα». Γι’ αυτό λέει ως ποιητικό υποκείμενο στη σελ. 13: «Οι προσδοκίες/ φιγούρες φθαρμένες στο βάθος των ημερών του» και η μέρα του εξαντλείται «μέσα σε /εκκωφαντικούς πανηγυρισμούς καρναβαλιστών». Δηλαδή ο ποιητής βλέπει ανθρώπους κύμβαλα αλαλάζοντα, βιώνει με απογοήτευση χαρές επιφανειακές, χωρίς ουσία, χωρίς περιεχόμενο. Αναρωτιέται τι μένει πια σε εκείνον, τον κάποτε νεαρό εραστή, τον εραστή των ανατροπών και της παλίντροπης, σύμφωνα με τον Ηράκλειτο, των κυμάτων αρμονίας. Και απαντά ο ίδιος εκ μέρους και λίγων ακόμη στη σελ. 14: «Μόνος δικαστής η συνείδηση/αν δεν την προλάβει η διάβρωση». Δεν μένει, λοιπόν, στον άνθρωπο τίποτε άλλο παρά ο έλεγχος από τη συνείδησή του, εύκολο όμως και αυτή να αλωθεί. Μέσα από τη μελαγχολία για το παρελθόν, η αφόρμηση από τη μνήμη είναι πρόταση του ποιητή για ανυπακοή στο άσχημο παρόν, με μοναδικό υπαρκτό στόχο την προαναφερόμενη εγρήγορση της συνείδησης. Η θλίψη ενεδρεύει στην ψυχή του ποιητή, αλλά κάπου κάπου ο νους του δραπετεύει και στην αισιοδοξία. Δεν παύει λοιπόν να ονειρεύεται «φυλακισμένος/δίπλα στο σβηστό τζάκι», σελ. 18, καταφατικός στην ίδια τη ζωή, με μικρή όμως ελπίδα για τους επερχόμενους, αφού για τον ίδιο πλησιάζει το τέλος της.
Μετά το ποίημα «Αναδρομές» της πρώτης συλλογής ακολουθεί το δεύτερο με τίτλο «Στον αστερισμό του Ταύρου», ένα ποιητικό σύνολο, στο οποίο κρύβεται η περιπέτεια της μοίρας της γυναίκας ή και του άνδρα στους ρόλους που τάχθηκαν. Ταυτόχρονα και ένα ποιητικό παιχνίδι του μύθου με το παρόν, που παίζεται με εργαλείο τις Πλειάδες της μυθολογίας, τα 7 αστέρια της Πούλιας. Στον διάλογο παρελθόντος -παρόντος ο ποιητής προτείνει να γίνουν μικρές επαναστάσεις, ρηξικέλευθες ή και αναγκαστικές επιλογές, που ενδέχεται ο κόσμος αυτός κάποτε να υιοθετήσει, όπως εκείνες των γυναικών που έγιναν αστέρια της Πούλιας, που κέρδισαν τον αστερισμό του Ταύρου‧ της Αλκυόνης, της Ηλέκτρας, της Στερόπης, της Μερόπης, της Κελαινώς, της Ταϋγέτης, της Μαίας. Και κλείνει πλέον τη μικρή ενότητα των 7 αδελφών με τον χορό τους στα βάθη του νυχτερινού ουρανού και με μια εμπνευσμένης δημιουργικής διάθεσης πρόσκληση, σελ. 32: «΄Ελα /τούτη τη νύχτα των άστρων το πιο όμορφό μας ποίημα να γράψουμε».
Στο δεύτερο μέρος από το «Τσίμπημα της μέλισσας», σύμφωνα με το σεφερικό πρόταγμα, «Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί», που πλανάται σε ολόκληρη την εν λόγω συλλογή, ο Λάππας θα αποφανθεί: «Η μνήμη πάντα έχει το υγρό χρώμα/της θλίψης» ή «η θλίψη έχει το γκρίζο χρώμα της στάχτης». Μια σειρά από δέκα ποιήματα δραματικού λυρισμού σκιαγραφούν τη νοσταλγία των ονείρων και τη λύπη για την απώλειά τους: «Ό,τι άφησε απ’ το πέρασμά της η φωτιά» και μένει πια «η ανάμνηση της φλόγας», σελ. 35. Η θλίψη για την ολοκλήρωση της ωριμότητας που κοντοζυγώνει, ωθεί τη μνήμη πίσω, στις ασίγαστες αναζητήσεις της νιότης για τον έρωτα σε κάθε του μορφή, για δικαιοσύνη, για ισότητα, για καθημερινή πάλη του ανθρώπου να παραμείνει άνθρωπος, «ένα ασίγαστο πέλαγος στα σωθικά του» για έναν καλύτερο κόσμο για όλους. Λόγια προσδοκίας για μια όμορφη, ιδανική κοινωνία, όπως ακούγεται στα νανουρίσματα, γιατί «με νανουρίσματα οι όπου γης μανάδες/ κοιμίζουν τα παιδιά τους», σελ. 48. Τελειώνει, λοιπόν, η πρώτη επιμέρους συλλογή με την έλξη που ασκεί στον ποιητή μάλλον η επιλεκτική μνήμη, επειδή συνήθως ο προϊών χρόνος αμβλύνει τις στενωπούς του παρελθόντος, το εξιδανικεύει και τότε γίνεται εντονότερη η απαξίωση του παρόντος.
Στη δεύτερη επιμέρους συλλογή του βιβλίου «Ασκήσεις αντοχής», που αντιστοιχεί στα Στίγματα του τίτλου, ο Άγγελος Λάππας, στο πρώτο τμήμα της, με τίτλο «Διάστικτα σώματα» αφήνει την προσωπική αναπόληση και ρίχνει τη ματιά του στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Αναρωτιέται για την κακοδαιμονία των ημερών μας, που όντως στην αντιμετώπισή της απαιτεί ολοένα αυξανόμενη απαίτηση για να την υπομένουμε. Και τελικά φοβάται την έκρηξη και την τελική κατάρρευση του ανθρώπου, που σημαίνει μετάλλαξη σε ένα αλλοτριωμένο όν, προσαρμοσμένο στις απαιτήσεις του σύγχρονου νεοβαρβαρισμού. Επισημαίνει το έλλειμμα απόδοσης δικαιοσύνης στη σύγχρονη πολιτεία, ιδιαίτερα όμως την απουσία του φυσικού δικαστή καθενός, που είναι η συνείδησή του. Μελαγχολεί με την ασχήμια της πόλης, μέρος του κατακερματισμένου κόσμου της μετανεωτερικότητας, ανάρμοστη για το εξαιρετικό φυσικό περιβάλλον που μας κληροδοτήθηκε, με την υποκρισία του ηθοποιού, που έπαψε να ποιεί ήθος, με τη γυάλινη επικοινωνία μέσω των φράσεων: «σου έστειλα», «θα σου στείλω», «μου στέλνεις…», με το χαμένο νόημα του πλούτου των λέξεων της γλώσσας, με τις συνεχείς βιοτικές υποχρεώσεις, που απομυζούν τον άνθρωπο, που τον κάνουν κενό πνεύματος και συναισθημάτων, σαρκίο περιφερόμενο, ανίκανο ακόμη και τα παιδιά του να διαπαιδαγωγεί, όπως φαίνεται στον στίχο: «Μανάδες/ ράβουν τις κουκούλες τους οι πολιτείες μας» από το συγκλονιστικό ποίημα «Τα Παιδιά μας», σελ. 71- 72.
Ακολουθεί το δεύτερο μέρος από τη δεύτερη συλλογή του βιβλίου «Ασκήσεις αντοχής» με τίτλο «Ρεπορτάζ» κυριολεκτικά και μεταφορικά. Αν και τα ποιήματα σε αυτήν αφορμώνται από αποτρόπαια γεγονότα της επικαιρότητας ή κοινωνικά φαινόμενα που απαντώνται κυρίως στον τόπο μας τα τελευταία χρόνια και δεν είναι ποιήματα επινοημένου περιεχομένου από την καταιγίδα της έμπνευσης, δεν υπολείπονται των προηγουμένων σε εκφραστική δύναμη. Και αυτό γιατί αποδίδονται με τη συγκινησιακή φόρτιση, τη μεταφορικότητα και την ένταση που απαιτείται, καθώς ο ποιητικός λόγος καταγράφει τον βιασμό και το έγκλημα, τη βία που παράγεται από τη νεολαία, -και είδαμε πριν πώς αυτή εκτρέφεται- το αίσθημα της ανασφάλειας στις πόλεις μας, τους ξεριζωμούς κάθε τύπου, τις φρικώδεις και αποτρόπαιες στην εξέλιξή τους διακινήσεις ανθρώπινων ψυχών στα νερά της Μεσογείου. Ο Λάππας βρίσκει τρόπο με τον ενδιάθετα σχολιαστικό φορτισμένο λόγο του όχι απλώς να μας συγκινήσει, να μας συγκλονίσει, να μας γεμίσει ενοχές και να αποφανθεί: «Τελικά το μέλλον θα συνεχίσει να ’ρχεται περνώντας/Και μέσα από σωρούς ερείπια ακόμα», σελ. 93. Και το μέλλον αυτό το φοβάται. Φοβάται όμως περισσότερο τον καταρρέοντα σκεπτόμενο άνθρωπο, τον εξελισσόμενο σε μετάνθρωπο με την καταιγιστική επέλαση της τεχνολογίας, μια δυστοπία της οποίας ελαχίστως την αρχή περιγράφει, ασχολούμενος μόνο με όσα βλέπει και υπονοώντας όσα νομίζει ότι θα ακολουθήσουν.
Τέλος, ο τίτλος «Η φύση απέναντί μας» είναι τα στίγματα της τρίτης ενότητας από τις «Ασκήσεις αντοχής» και περιλαμβάνει πέντε ποιήματα που καταγράφουν τη βίαιη σχέση του σύγχρονου ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον, την απαλοιφή κάθε ίχνους εναπομείνασας πολιτισμικής ιδιαιτερότητας στον βωμό ενός υποκριτικού ανθρωπισμού. Λέει ο Ινδιάνος,: «Σήμερα -τους λίγους που έχουν απομείνει-/ ανθρώπους (!) πια/ κι ελεύθερους/ένας άλλος κόσμος σιγά σιγά τους καταπίνει», σελ. 95. Και ο ποιητής διορθώνει επισημαίνοντας τον κίνδυνο: «ένας άλλος κόσμος ανελέητα / μας καταπίνει», σελ. 96.
Ανακεφαλαιώνοντας, ο Άγγελος Λάππας κινεί τον αναγνώστη ανάμεσα σε δύο φαινομενικά ασύμβατα επίπεδα, που στην πραγματικότητα διαλέγονται και αντιπαρατίθενται μεταξύ τους. Από τη μια ένα αναβιούμενο διαρκώς παρελθόν μέσα από τη μνήμη, την αναπόληση, χρωματισμένο με έναν νοσταλγικό λυρισμό και από την άλλη η πικρή εμπειρία από τη βίωση ενός σκληρού και… αβίωτου εν πολλοίς παρόντος συμπλέκονται σε έναν δημιουργικό διάλογο. Στο τέλος όμως, ως απόσταγμα αυτού του διαλόγου, αχνοφέγγει η προσδοκία της ανατολής ενός καινούργιου κόσμου, που θα πυροδοτηθεί από μια επανάσταση του πνεύματος. Και με αυτή την ελπιδοφόρα αίσθηση ο αναγνώστης αφήνει το βιβλίο ενώνοντας σε σχήμα κύκλου το αρχικό μήνυμα με το τελικό συμπέρασμα. Οι πιο κάτω στίχοι από το επιλογικό ποίημα «Η μεγάλη έκρηξη», με το οποίο η συλλογή κλείνει, επιβεβαιώνουν αυτήν την αισιόδοξη αίσθηση:
«Σημαδεύεις το σκοτάδι
κρότος λάμψη
…Θραύσματα φως λιώνουν τη νύχτα
Περπατάς στέρεα στον καινούργιο κόσμο».
Η συλλογή συχνά δίνει την αίσθηση ότι κινείται στην ατμόσφαιρα και τη διάθεση του σεφερικού λόγου. Συχνή είναι η ελλειπτικότητα των φράσεων, οι τεχνήεντες υπαινιγμοί, ο πειραματισμός με τον διπλό ή και πολλαπλό καμιά φορά τρόπο ανάγνωσης σε κοντινούς στίχους και η κρυπτικότητα του λόγου, όπου τα σημαινόμενα αποκαλύπτονται, αλλά με κάποια επιμονή στην ανάγνωση. Συχνά υπάρχει μια μικρή συμπερασματική φράση του ποιητή, που φωτίζει και το προηγηθέν τμήμα του ποιήματος, κατατεθειμένη ως απομακρυσμένη πραγματικότητα. Κυριαρχεί η δραματική ένταση σε όλα σχεδόν τα ποιήματα, ενώ κάποια, και ιδιαίτερα στο «Ρεπορτάζ», θυμίζουν ατμόσφαιρα θεατρική ή κινηματογραφική αφήγηση. Ο κυρίαρχος λυρισμός, που αντιπαρατίθεται με τη δραματικότητα, στηρίζεται στην κατασκευή τολμηρών, υπερρεαλιστικών εικόνων, συνδεδεμένων φυσικά με την ευρηματική φαντασία ή το υποσυνείδητο του δημιουργού τους, όπως «λαβωμένος άντρας στο ράμφος του περιστεριού», «τα βυθισμένα στην άβυσσο φεγγάρια κοιτάζω»,» οι ανάσες του ήλιου στο χιόνι του μεσονυκτίου», «κέρινο ομοίωμα του φόβου μας της πόλης το πρόσωπο».
Η μεταφορικότητα του λόγου είναι διάχυτη και συνδέεται στενά με την αλληγορία «Άπνοα δέντρα μάς περιβάλλουν/Ούτε μια σταγόνα πράσινο αίμα δεν αφήσαμε/ στις φλέβες τους», σελ. 95 . Η παρομοίωση, λιγότερο συχνή, λειτουργεί με αφαιρετικότητα, «οι χρόνοι ψάρια γλιστρούν», «γυναίκα κλειδωμένο σώμα», «κύκλοι τα μάτια», «ήλιοι σβησμένοι». Διακρίνεται η ρυθμική ένταση που τη στολίζουν οι παρηχήσεις και οι εύστοχες επαναλήψεις. «Δυο δραπέτες σπαρασσόμενοι στον κήπο/ με τα μήλα/ εραστές των ανατροπών/ και της παλίντροπης των κυμάτων αρμονίας/ Ηδονή και οδύνη ο έρωτας/ Έρωτας κι η ζωή‧ κανείς δεν το αρνήθηκε».
Το διακείμενο υπάρχει διακριτικά, όπως η παλίντροπη αρμονία του Ηράκλειτου, ενώ η χρήση του μυθολογικού υποστρώματος είναι εργαλείο και εμπεριέχει συμβολισμούς χρήσιμους για την οικοδόμηση των ποιημάτων της συγκεκριμένης ενότητας με τις Πλειάδες. Όλα τα παραπάνω συναινούν ώστε να προκαλείται όλη η γκάμα των θετικών και χωρίς ακρότητες και των αρνητικών συναισθημάτων στον αναγνώστη.
Τέλος, άριστος κάτοχος και χειριστής της γλώσσας ο Άγγελος Λάππας αλλά και γνώστης της «ποιητικής» της λειτουργίας, και παράλληλα με εφόδια την πείρα ζωής και την ώριμη δημιουργική έμπνευση, μας έχει δώσει στην ποιητική συλλογή Στιγμές και στίγματα ποιήματα μέσα από τα οποία όχι μόνο τον λυρικό του λόγο θα γευτεί ο αναγνώστης, αλλά και την ώθηση από την αφυπνιστική και λυτρωτική τους δύναμη –με την όποια δύναμη έχει ακόμα η ποίηση– να αντιστέκεται στο αποχαυνωτικό και διαβρωτικό παρόν διασώζοντας την ανθρώπινη υπόστασή του. Γιατί ο φόβος του ποιητή μας και πολλών από εμάς είναι ότι αντιμετωπίζουμε την εισβολή ενός νέου κόσμου που μέλλει να καταλύσει την ουσία της ανθρώπινης υπόστασης, όπως σχεδόν ως τώρα τη γνωρίζουμε. Την παραπάνω άποψη και τo προσωπικό βίωμα στα ποιήματα θα το οικειοποιηθεί εύκολα ο κόσμος των ομηλίκων του ποιητή και θα χαρεί και την αισθητική τους αποτύπωση.
Κλείνοντας θα πω ότι πρόκειται για μια συλλογή ποιημάτων με ξεκάθαρα νοήματα, με γόνιμο προβληματισμό,η οποία αξίζει την προσοχή και τη μελέτη των φίλων της ποίησης και εκείνων που διαβάζοντάς τη θα πεισθούν ώστε να γίνουν, εκτιμώντας τις αισθητικές αρετές του βιβλίου, ακόμη κι αν βρίσκουν τους φόβους του ποιητή υπερβολικούς.
