Δευτέρα, 18 Μαϊος 2026 18:50

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ: Τα Ορλωφικά (β’ μέρος)

Γράφτηκε από τον

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ: Τα Ορλωφικά (β’ μέρος)

 

Του Γιάννη Α. Μπίρη

Η κάθοδος του ρωσικού στόλου στη Μεσόγειο ήταν αποφασισμένη πολύ πριν από τον επίσημο διορισμό του Αλέξιου Ορλώφ ως υπεύθυνου για τα Βαλκάνια, στις 29 Ιανουαρίου 1769. Από το τέλος Ιουνίου 1769 ο προοριζόμενος για τη Μεσόγειο, ρωσικός στόλος ήταν έτοιμος στα ναυπηγεία της Kronstadt και του Reval στη Βαλτική και του Arkhagel’sk στη Λευκή θάλασσα, στα νοτιοδυτικά της θάλασσας Barents. Επειδή μάλιστα η διεθνής συγκυρία ήταν ευνοϊκή, λόγω της τότε αγγλορωσικής φιλίας, η Αγγλία όχι μόνο επέτρεψε τη διέλευση και τον ανεφοδιασμό του ρωσικού στόλου στα αγγλικά λιμάνια αλλά έδωσε και την άδεια σε Άγγλους αξιωματικούς να υπηρετήσουν στον ρωσικό στόλο. Ακόμα η αγγλική κυβέρνηση δήλωσε τότε στις κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Ισπανίας ότι κάθε παρακώλυση στη διέλευση του ρωσικού στόλου από τα στενά της Μάγχης και του Γιβραλτάρ θα αντιμετωπιζόταν ως εχθρική ενέργεια εναντίον της. Τελικός σταθμός των Ρώσων πριν από το λιμάνι του Livorno στην Τοσκάνη, όπου περίμεναν οι Ορλώφ, ήταν το λιμάνι της Minorca των Balearics (Βαλεαρίδων).
Ο προοριζόμενος για τη Μεσόγειο ρωσικός στόλος είχε χωριστεί σε τρεις μοίρες. Η πρώτη μοίρα υπό την ηγεσία του ναυάρχου Spyridof, είχε δεκατέσσερα πλοία και ουσιαστικά διοικητή της τον Άγγλο ναύαρχο Greyg, η δεύτερη είχε δέκα πλοία υπό τη διοίκηση του Σκωτσέζου αντιναυάρχου Elphinstone και η τρίτη με ανάλογη δύναμη είχε επικεφαλής τον Δανό υποναύαρχο Harff. Στην πρώτη μοίρα, που είχε αποβατικό σώμα 600 ανδρών, συμμετείχε και ο Μυκονιάτης πλοίαρχος Αντώνιος Ψαρός, φίλος και αυτός των Ορλώφ, καθώς και άλλοι έμπειροι Έλληνες ναυτικοί που χρησιμοποιήθηκαν ως πλοηγοί του ρωσικού στόλου κυρίως στις ελληνικές θάλασσες. Ο Ψαρός γνωρίζοντας καλύτερα την ελληνική πραγματικότητα συμβούλευσε να μεταφερθούν όσο το δυνατόν περισσότερες ρωσικές στολές για τους Έλληνες άτακτους, αφού αυτοί, ντυμένοι Ρώσοι, θα προκαλούσαν τον φόβο στους Τούρκους. Η πρώτη μοίρα ξεκίνησε από την Kronstadt, το τέλος Ιουνίου 1769 και αφού πέρασε τη Βαλτική μέσα από θύελλες, έφθασε στην Αγγλία τον Οκτώβριο. Μετά από ανεφοδιασμό και επισκευές η μοίρα, με οκτώ μόνο από τα αρχικά δεκατέσσερα πλοία της, κατάφερε να φθάσει στη Minorca των Βαλεαρίδων τον Ιανουάριο του 1770, με μειωμένα και τα πληρώματα της, λόγω μιας επιδημίας που είχε εν τω μεταξύ ενσκήψει. Ακολούθησε η δεύτερη μοίρα υπό τον Elphinstone, που υποστήριζε την πρώτη και έφθασε στο Portsmouth της Αγγλίας τον Ιανουάριο του 1770 και στη συνέχεια τον Ιούνιο του 1770 ξεκίνησε και η τρίτη, υπό τον Harff, από την πόλη Arkhagel’sk της θάλασσας Barents.
Ο Θεόδωρος Ορλώφ που ανυπομονώντας πήγε να περιμένει τη μοίρα στο λιμάνι της Minorca, απογοητεύτηκε από τις ελλείψεις της και αφού την ανεφοδίασε, όσο ήταν δυνατό, την οδήγησε στο Livorno όπου τους περίμενε ο αδελφός του Αλέξιος. Ο ενθουσιώδης Θεόδωρος, παρακινούμενος και από μερικούς Έλληνες που είχαν εγκατασταθεί και παρακολουθούσαν την κίνηση των Ρώσων από τη Μάλτα, ξεκίνησε με ένα πλοίο της μοίρας και δυο άλλα που αγοράστηκαν στο Livorno, για τον Μοριά. Με πλοηγό του τον Αντώνιο Ψαρό, έφθασε, στις 28 Φεβρουαρίου1770, στο Οίτυλο (Βίτυλο) της Μάνης. Την επόμενη μέρα κατέπλευσε εκεί και η υπόλοιπη μοίρα υπό τους Spyridof και Greyg. Με την άφιξη όμως των Ρώσων στη Μάνη άρχισαν και οι πρώτες προστριβές. Αυτές οφείλονταν κυρίως στον υπεροπτικό και απότομο τρόπο που άρχισε να διατάζει τους Μανιάτες και κυρίως τους Μαυρομιχαλαίους, ο Θεόδωρος Ορλώφ. Οι Έλληνες ήταν επιφυλακτικοί και απογοητευμένοι από τη μικρή ρωσική δύναμη και τα ελάχιστα εφόδια που έφερνε για ένα τόσο μεγάλο εγχείρημα, όσο η εξέγερση των σκλαβωμένων. Οι Ρώσοι, παραπλανώντας τους, ισχυρίζονταν ότι τους ακολουθεί και άλλη μοίρα από εξήντα πλοία που φέρνει μαζί της και τον Αλέξιο Ορλώφ.
Παρά την απογοήτευση και χάρη στις φροντίδες αλλά και τις δαπάνες του Παναγιώτη Μπενάκη συγκεντρώθηκαν 1.400 άνδρες. Μετά από πρότασή του σχηματίστηκαν δυο ένοπλα σώματα, δυο «λεγεώνες». Η δυτική είχε διακόσιους Έλληνες, κυρίως χωρικούς, δώδεκα Ρώσους στρατιώτες με τον συνταγματάρχη Dolgoroukof και τους Μανιάτες καπετάνιους Γεώργιο Μαυρομιχάλη και Κουμουνδούρο από την Αβία. Η ανατολική είχε δύναμη 1200 Μοραΐτες, 21 Ρώσους στρατιώτες με επικεφαλής τον Ρώσο λοχαγό Barkof, τον Αντώνιο Ψαρό και τους Μανιάτες καπετάνιους, Γρηγοράκηδες. Όλοι φόρεσαν ρωσικές στολές, εφοδιάστηκαν με ρωσικό οπλισμό και ορκίστηκαν πίστη στην τσαρίνα Αικατερίνη. Ο Παναγιώτης Μπενάκης, έντονα απογοητευμένος από τις εξελίξεις, έμεινε στον πύργο του στην Καλαμάτα, περιμένοντας δήθεν τον Αλέξιο Ορλώφ και τον Παπάζωλη. Από πρωταγωνιστής και ηγέτης της εξέγερσης έγινε ένας απλός θεατής της.
Στις αρχές Μαρτίου του 1770, οι επαναστατημένοι ξεχύθηκαν σε ανατολή και δύση σφάζοντας και λεηλατώντας τα τουρκικά χωριά. Ο Μπενάκης τους παρέδωσε εικονικά την Καλαμάτα και από εκεί η δυτική λεγεώνα κατέλαβε το Λεοντάρι και στις 21 Μαρτίου την Αρκαδιά (σημ. Κυπαρισσία) και την Ανδρούσα. Η πολυπληθής ανατολική λεγεώνα της Σπάρτης ξεκίνησε ταυτόχρονα και με τους άντρες της ντυμένους με ρωσικές στολές διέλυσε κάθε τουρκική αντίσταση και κατέλαβε τον Μυστρά, στις 19 Μαρτίου. Με την εμφάνιση της ρωσικής μοίρας στα παράλια του Μοριά, ο Τούρκος βαλής έφυγε από την Τριπολιτσά και μετακόμισε στο Ναύπλιο, όπου περίμενε ενισχύσεις. Ο τουρκικός στρατός, που είχε έδρα του την Τριπολιτσά, έμεινε ακυβέρνητος και ουσιαστικά θεατής της προέλασης των επαναστατημένων.
Όμως το ασίγαστο μίσος των εξεγερμένων για τους Τούρκους, οδήγησε σε ωμότητες, ληστείες, βιαιοπραγίες και παρασπονδίες σε βάρος ακόμα και αμάχων. Αυτό βέβαια έγινε ιδιαίτερα επιβαρυντικό στη συνέχεια όταν οι Τούρκοι δεν δέχονταν συζήτηση για συνθηκολόγηση με τους Έλληνες.
Τον Απρίλιο του 1770, ο Θεόδωρος Ορλώφ ενσαρκώνοντας τους πόθους πολλών γενιών υπόδουλων Ελλήνων, πολιόρκησε την Κορώνη. Καλούσε δε και τους μη επαναστατημένους Ελληνες να πάρουν τα όπλα, αφού σε λίγο θα έφθαναν για βοήθεια από την ομόδοξη Ρωσία πλοία, εφόδια, πυρομαχικά και τρόφιμα, στρατός. Υποσχέσεις…
Οι Τούρκοι της φρουράς του κάστρου, απειροπόλεμοι και φοβισμένοι, περίμεναν τη σφοδρή επίθεση των ρωσικών δυνάμεων. Ομως οι λίγοι Ρώσοι, αντί να αποβιβαστούν και να επιτεθούν για να καταλάβουν το κάστρο, κατασκεύαζαν λαγούμια γύρω απ’ αυτό, για να προκαλέσουν φθορά στους προμαχώνες. Λόγωτης έλλειψης πυρομαχικών για τα πυροβόλα τους,περιορίστηκαν σε έναν αραιό βομβαρδισμό. Αργοί και αδρανείς, έκαναν τους Τούρκους να αναθαρρήσουν και προκάλεσαν την οργή του Γιάννη Μαυρομιχάλη (Σκυλόγιαννη), αφού κατηγορούσαν τους απειροπόλεμους αλλά ντυμένους με ρωσικές στρατιωτικές στολές Ελληνες χωρικούς, για αναποτελεσματική πολιορκία. Ο Μαυρομιχάλης φέρεται ότι είπε τότε στο Θεόδωρο Ορλώφ:
«Ενώ τόσον ευκόλως καταστρέφετε τας οικίας των Ελλήνων, αγνοείτε την τέχνην της καταστροφής ενός φρουρίου. Μας κατηφανίσατε, και τους εχθρούς μας αφίνετε να ζώσι! (…) και αν είχες υπό τας διαταγάς σου όλους τους στρατούς της αυτοκρατορίσσης σου, δούλος πάντοτε θα ήσαι, ενώ εγώ είμαι αρχηγός ελεύθερου λαού. Εάν δε η τύχη με καταστήση τον έσχατον των ανθρώπων, πάλιν η κεφαλή μου θ’ αξίζει περισσότερον από την εδική σου»…
Αυτά τα λόγια του Μαυρομιχάλη δείχνουν και το κλίμα που επικράτησε τελικά στους επαναστατημένους Ελληνες γύρω από την Κορώνη που περίμεναν, μάταια, γενναία βοήθεια από το «ξανθό γένος» των ομόδοξων Ρώσων. Είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα από το έργο του Κωνσταντίνου Σάθα «Τουρκοκρατούμενη Ελλάς» (Αθήνα 1869), σελ. 483:
«Οι Ρώσσοιαποβάντεςκατεσκεύασαν τρεις αδυνάτους κανονοστοιχίας προς την θάλασσαν τα δε πλοία αυτών στερούμενα των αναγκαιούντων προς διεύθυνσιν πληρωμάτων έμειναν εις τοιαύτην από του λιμένος απόστασιν, ώστε το πυρ αυτών πάντηανωφελές υπήρξε. Αλλά και οι Τούρκοι εξ ίσου απειροπόλεμοι και ευάριθμοι, μη τολμώντες να εκτεθώσιν επί των επάλξεων, εκένουνεκάστηνπρωίαν τα πυροβόλα αυτών, και δι’ όλης της ημέρας απρακτούντες, περιέμενον την νύκτα ίνα πληρώσωσιν εκ νέου αυτά. Ούτω δε η ακαταλόγιστος αδεξιότης των πολιορκουμένων ανταπεκρίνετο θαυμασίως προς την ομοίως αδέξιονπροσβολήν των πολιορκητών…»
Τη στιγμή που ο αρχηγός της «ανατολικής λεγεώνας», ο Ρώσος λοχαγός Barkof, μετά από διαταγή του Θεόδωρου Ορλώφ, στις 6 Απριλίου, με τη βοήθεια δύο τηλεβόλων προσπαθούσε να καταλάβει την Τριπολιτσά, οι Τούρκοι είχαν καταφέρει να συγκεντρώσουν και να διοχετεύσουν στον Μοριά στίφη άγριων και πεινασμένων Τουρκαλβανών. Η κάθοδος οκτώ χιλιάδωνένοπλων Αλβανώντου Χατζή-Οσμάν μπέη, έσπειρε τον όλεθρο στον Μοριά. Έτσι, στις 9 Απριλίου, μετά από έξοδο ενός τμήματος πεζικού και ιππικού, από τη φρουρά των έξι χιλιάδων Τούρκων, που είχαν εν τω μεταξύ ενισχυθεί με χίλιους ετοιμοπόλεμους Αλβανούς, διαλύθηκε η πολιορκία των δυνάμεων του Barkof. Οι Τούρκοι κινήθηκαν έξυπνα και αφού απέφυγαν την κατά μέτωπο σύγκρουση, έφθασαν στα Τρίκορφα όπου χτύπησαν αιφνιδιαστικά και διέλυσαν το στρατόπεδο των πολιορκητών τους. Οι απειροπόλεμοι Έλληνες αποχωρούσαν τρέχοντας μπροστά στα εχθρικά στίφη. Περίπου τρεις χιλιάδες φτωχοί Έλληνες έπεσαν στα Τρίκορφα. Οι επικεφαλής αποχώρησαν. Κι ενώ αρχικά, όλα έδειχναν ότι θα ξεκινούσαν καλά και ο ενθουσιασμός είχε αρχίσει να φωλιάζει στις καρδιές των ραγιάδων, η κακή οργάνωση των πολεμικών επιχειρήσεων από τους Ρώσους και ο πολύτιμος χρόνος που σπαταλήθηκε σε μικρής σημασίας επιχειρήσεις, οδήγησαν στην καταστροφή.
Ο Barkof τραυματισμένος έφθασε στο Ναβαρίνο και ο Ψαρός στον Μυστρά. Οι Γρηγοράκηδες ήταν στη Μάνη. Σκηνές απογοήτευσης διαδραματίστηκαν σε όλο τον Μοριά. Η ρωσική βοήθεια ήταν ανύπαρκτη. Η Πάτρα, η Ηλεία, τα Καλάβρυτα, η Ζάτουνα, η Δημητσάνα ερήμωσαν κάτω από την ωμή βία των Τουρκαλβανών. Ολόκληρες περιοχές παραδόθηκαν στη φωτιά και έγιναν στάχτη. Οι Ρώσοι, στις 15 Απριλίου, με τον αφρικανικής καταγωγής ταξίαρχο του ρωσικού πυροβολικού Αννίβα, κατέλαβαν το Ναβαρίνο και αναθάρρησαν τους δοκιμαζόμενους ραγιάδες.
Μετά την άφιξη στην Κορώνη στις 23 Απριλίου του 1770 και του απογοητευμένου από τη γενική εξέλιξη Αλέξιου Ορλώφ, μόλις τρειςημέρες μετά,διατάχθηκε η λύση της πολιορκίας και οι Ρώσοι εγκατέλειψαν την Κορώνη.Ο στόλος με τα στρατεύματα πήγαν στο Ναβαρίνο, που πριν από λίγες ημέρες είχε καταλάβει ο Αννίβας.Κατά την αναχώρηση των ρωσικών πλοίων, οι Ελληνες της Κορώνης εγκαταλειμμένοι πλέον στα χέρια των Τούρκων που διψούσαν για εκδίκηση, προσπάθησαν κι αυτοί να μπουν στα ρωσικά καράβια, οδυρόμενοι και εκλιπαρούντες. Οι Ορλώφ αρνήθηκαν. Τα λιγοστά ζακυνθινά πλοιάρια πήραν λίγους απ’ αυτούς ενώ οι περισσότεροι κατευθύνθηκαν για το Ναβαρίνο, περπατώντας. Μετά τη φυγή των Ρώσων, οι Τούρκοι βγήκαν από το φρούριο και πυρπόλησαν το βαρόσι.
Μετά και από την ανεπιτυχή πολιορκία της Μεθώνης, από τον πρίγκιπα Dolgoroukof και την αποχώρησή του στο Νιόκαστρο, οι Ρώσοι του Αλέξιου Ορλώφ δυστυχώς εγκατέλειψαν τη Μεσσηνία στα χέρια και τη μανία των αλλόδοξων που και πάλι ξέσπασαν στους δύστυχους ραγιάδες. Η ιστορία για μια ακόμα φορά επαναλήφθηκε. Οι Ρωμιοί «επέρασαν διά στόματος μαχαίρας».
Η άγρια σφαγή των κυνηγημένων Ελλήνων της Κορώνης ολοκληρώθηκε στο Μεσοχώρι. Οι Ρώσοι του Dolgoroukof μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια για κατάληψη της Μεθώνης, που άρχισε με σφοδρό κανονιοβολισμό στις 10 Μαΐου, μετά την κάθοδο των Αλβανών του Χατζή Οσμάν μπέη στο Μεσοχώρι και τον διαφαινόμενο αποκλεισμό τους, κατέφυγαν τελικά στις 28 Μαΐου στο τελευταίο καταφύγιό τους στο Ναβαρίνο. Από εκεί απέπλευσαν τελικά στις 6 Ιουνίου, αφού είχε φθάσει στο Αιγαίο η δεύτερη μοίρα του Σκωτσέζου Elphinstone, αχρηστεύοντας πρώτα το Νιόκαστρο. Λέγεται μάλιστα ότι φεύγοντας οι Ρώσοι από το Νιόκαστρο παρακολουθούσαν απαθείς πάνω από τα καράβια τους το δράμα των ραγιάδων που εκτελούσαν ομαδικά στην προκυμαία οι άγριοι Αλβανοί του Χατζή Οσμάν μπέη.
Οι Ρώσοι όμως πήραν μαζί τους φεύγοντας τους προύχοντες και τον επίσκοπο Τριφυλίας Ιωσήφ, τον Παναγιώτη Μπενάκη με την οικογένειά του και τους αρχιερείς Μεθώνης, Κορώνης και Καλαμάτας. Μετά τη φυγή τους κατευθύνθηκαν στα Κύθηρα που ήταν υπόβενετική κυριαρχία και αποβίβασαν εκεί την οικογένεια Μπενάκη. Η φυγή των Ρώσων είχε βέβαια άλλο στρατηγικό στόχο. Η ρωσική μοίρα συνέχισε στο Αιγαίο και κατάφερε σημαντικό πλήγμα στους Τούρκους, αφού τους «χτύπησε» μέσα στο άντρο τους, το λιμάνι του Τσεσμέ στη Σμύρνη.
Αυτό το θεαματικό χτύπημα δεν είχε όμως καμιά αξία για τους υπόδουλους Έλληνες, αφού δεν είχε και την ανάλογη συνέχεια. Η οχύρωση των Τούρκων στα Δαρδανέλια και η ατολμία των Ρώσων, δεν τους επέτρεψε να περάσουν στη Μαύρη θάλασσα και να απειλήσουν καίρια την Τουρκία στην καρδιά της. Μέχρι το τέλος του Ρωσοτουρκικού πολέμου, το 1774, ο στόλος τον Ρώσων παρέμεινε αραγμένος στη Νάουσα της Πάρου.
Οι εξανδραποδισμοί και οι δηώσεις, οι φόνοι, οι βιασμοί και η φωτιά από τους Αλβανούς του Οσμάν μέχρι το 1779, έφτασαν τους εξαθλιωμένους Έλληνες σε μια κατάσταση «που τα’ σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά».