Τρίτη, 28 Απριλίου 2026 10:40

Η Καλαμάτα πριν 85 χρόνια…

Γράφτηκε από τον

Η Καλαμάτα πριν 85 χρόνια…

Του Ηλία Μπιτσάνη

 Σαν σήμερα πριν από 85 χρόνια, ξεκινούσε ο ανηλεής βομβαρδισμός της πόλης από τους Γερμανούς προκειμένου να αποκόψουν τις δυνάμεις του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος που είχαν υποχωρήσει μέχρι την Καλαμάτα. Δυό ημέρες αργότερα οι κατακτητές ήταν κυρίαρχοι στην πόλη. Οι καλαματιανοί έζησαν τους βομβαρδισμούς στη μεγάλη πλειοψηφία τους από μακριά καθώς έσπευσαν να απομακρυνθούν στα γύρω βουνά και τα χωριά. Μια συγκλονιστική εικόνα της πόλης μετά τους βομβαρδισμούς και την επικράτηση των Γερμανών, δίνει ο Χρήστος Σωφρονάς στο βιβλίο του «ΕναςΜακρονησιώτης θυμάται τη δεκαετία 1940-1950» και αξίζει να παραθέσουμε το σχετικό απόσπασμα για τα όσα συνάντησαν όταν γύρισαν στην πόλη από τα βουνά:

 “Κανένας δεν φάνηκε να μας πει τα αποτελέσματα της νυχτερινής μάχης, άλλωστε μέσα μας τα ξέραμε.

Η ημέρα που ξημέρωνε ήταν Τρίτη 29 Απρίλη του 1941. Ηταν η πρώτη ημέρα της σκλαβιάς!

Δειλά – δειλά άρχιζε ο γυρισμός στην πόλη, ενώ δεν είναι μπορετό να περιγραφούν τα συναισθήματά μας. Η εθνική υπερηφάνεια είχε τσακιστεί. Και ο φόβος για το τι μας περίμενε από τους κατακτητές μας είχε κυριεύσει. Ακόμα δεν ξέραμε εάν θα βρίσκαμε τα σπίτια μας όπως τα ‘χαμε αφήσει ή δεν θα είχαμε κεραμίδι να χωθούμε από κάτω, μετά το χαλασμό της νύχτας.

Οι άνθρωποι τρομαγμένοι βάδιζαν σκυφτοί και αμίλητοι στα μονοπάτια που οδηγούσαν στην πόλη. Μπροστά πήγαιναν τα παιδιά – χωρίς συναίσθηση του κινδύνου – παρά τις αντιδράσεις των μεγαλύτερων. Μέσα σ’ αυτά ήμουν και εγώ ανήσυχος σαν παιδί της ηλικίας μου, ήθελα να φθάσω από τους πρώτους, να δω και να γυρίσω να φέρω νέα στους μεγαλύτερους.

Σαν φθάσαμε στα πρώτα βορινά ακραία σπίτια της πόλης και περάσαμε τα στενά δρομάκια της αγοράς, μπήκαμε στον κεντρικό δρόμο Αριστομένους. Σ’ αυτόν και στους άλλους δρόμους διαβάτες περπατούσαν προσεκτικοί και φοβισμένοι. Προχώρησα βαδίζοντας στο πεζοδρόμιο της ανατολικής πλευράς του δρόμου, τοίχο – τοίχο, έφθασα στη διασταύρωση Αριστομένους – Κολοκοτρώνη, πιο πάνω από το “Rex”.

Κοίταξα προσεκτικά ανατολικά προς τα σκαλιά του Αγίου Νικολάου – για να ελέγξω το δρόμο – και έπειτα δυτικά, προς τη γέφυρα του “Rex”. Πάνω σ’ αυτή, σε απόσταση 50 περίπου μέτρα, είδα τους δύο πρώτους Γερμανούς. Ο ένας ήταν στην ανατολική άκρη της και ο άλλος στη δυτική, ενώ και οι δύο βημάτιζαν ταυτόχρονα αντίθετα, πηγαίνοντας ο ένας στη θέση του άλλου, ελέγχοντας ολόκληρο το μήκος της γέφυρας. Σκονισμένοι μέχρι τα βλέφαρα, βλοσυροί, όμοιοι κακούργοι, οπλισμένοι μέχρι τα δόντια, έσφιγγαν τα αυτόματα, έτοιμοι να σκορπίσουν τον ομαδικό θάνατο. Στο στήθος τους ήταν κρεμασμένο ένα μεταλλικό πέταλο, που αργότερα μάθαμε, ήταν το έμβλημα της περιβόητης Γκεστάπο. Ακόμη, δεν μπορεί να φύγει από τα αυτιά μου – σαν θυμάμαι την εικόνα – το βαρύ ρυθμικό βάδισμά τους πάνω στο κατάστρωμα της γέφυρας.

Αφού είδα ότι δεν με πρόσεξαν προχώρησα πιο κάτω – πάντοτε τοίχο-τοίχο – και έφθασα στο πεζοδρόμιο της “Τράπεζας της Ελλάδος” απέναντι από το τότε μικρό πάρκο και σταμάτησα. Εκεί ήταν και άλλοι Καλαματιανοί, μικροί και μεγάλοι. Κοιτάζοντας προς τα κάτω την Αριστομένους είδαμε, στη θέση “Ψαράκια”, κάτι που έμοιαζε με κινούμενη φάλαγγα και ακούγαμε άγριες φωνές σε ξένη γλώσσα. Σε λίγο είδαμε να προπορεύεται μια τρίκυκλη μοτοσυκλέτα και πίσω της δύο άλλες, ενώ πίσω από αυτές ακολουθούσαν τρεις άλλες ακόμη.  Ετσι, αποτελούσαν στο σύνολό τους έναν τριγωνικό σχηματισμό. Κάθε μια είχε τον οδηγό της και έναν πολυβολητή στο καλάθι με το μυδράλιο, ενώ μηχανές, όπλα και στρατιώτες ήταν βουτηγμένοι στη σκόνη και στα επιβλητικά τους κράνη – που έφταναν μέχρι τα φρύδια σχεδόν – διακρινόταν ο αγκυλωτός σταυρός. Σε πολλούς λίγο πιο κάτω από τα κράνη, στη θέση των φρυδιών, κυλούσε ιδρώτας που ανακατευόταν με τη σκόνη και έκανε στο πρόσωπό λασπωμένα αυλάκια που έφθαναν μέχρι κάτω από το σαγόνι, νοτίζοντας τους κουμπωμένους γιακάδες τους. Ο ιδρώτας της πλάτης νότιζε τις στολές και ιδιαίτερα κάτω από τις μασχάλες τις έκανε ξασπρισμένες. Πίσω από τον τριγωνικό σχηματισμό βάδιζε μια οπλισμένη εξάδα πεζών και πιό πίσω, άτακτοι, άγγλοι στρατιώτες που είχαν αιχμαλωτιστεί.

Η εικόνα που παρουσίαζαν ήταν θλιβερή. Ολοι τους ήταν άυπνοι και γεμάτοι σκόνη, πολλοί ήταν ξεσκούφωτοι, αξύριστοι και των περισσότερων οι στολές σχισμένες, ενώ αρκετοί ήταν τραυματισμένοι που είχαν δέσει τα τραύματά τους με μαντήλια και σχισμένα πουκάμισα. Αλλοι κούτσαιναν και άλλοι ακουμπούσαν τα τραυματισμένα χέρια τους, σε πρόχειρες νάκες. Στα πρόσωπα μερικών ήταν ξεραμένα αίματα και το κύριο χαρακτηριστικό τους ήταν το πεσμένο ηθικό. Τα πλευρά της φάλαγγας, δεξιά και αριστερά, τα έκλειναν αλυσιδωτά Γερμανοί στρατιώτες – ανέκφραστοι – με τα όπλα γυρισμένα προς τη φάλαγγα, που ήταν ατελείωτη όπως και ο πόνος των αιχμαλώτων. Τα κατοπινά στοιχεία μιλούσαν για 7.000 Αγγλους αιχμάλωτους και κατέτασσαν την Καλαμάτα, για τους Αγγλους, σε μια μικρή Δουγκέρκη.

Η θλίψη μου από το θέαμα ήταν τόσο μεγάλη, που δεν μπόρεσα να καθήσω πια άλλο. Στο νότιο άκρο της πλατείας έστριψα αριστερά, πέρασα μπροστά από το σχολείο μου, θυμήθηκα άλλη μια φορά τα λόγια του πατέρα μου για τον πόλεμο. Κάθισα σε μια πλευρά ενός γεφυριού που άλλοτε καθόμουν χωρίς έννοιες στα διαλείμματα. Τριγύρω μου ήταν ερημιά, έβαλα το κεφάλι ανάμεσα στις χούφτες μου και καμπούριασα το κορμί μου μέχρι τα γόνατα. Δεν ξέρω πόση ώρα κάθισα έτσι, όταν όμως σηκώθηκα, σκούπισα με το μανίκι τα μάτια μου και σκέφτηκα τους δικούς μου. Μέχρι εκείνη τη στιγμή τους είχα ξεχάσει. Αμέσως ανησύχησα γι’ αυτούς και σκέφθηκα τη δική τους ανησυχία για μένα. Με τη σκέψη ότι θα ‘χαν φθάσει στο σπίτι αποφάσισα να πάω γρήγορα. Σχεδόν τρέχοντας βγήκα στην οδό Φαρών, την κατηφόρησα μέχρι τη διασταύρωση με το δρόμο του κήπου της “Εδέμ” και έκοψα αριστερά.

Λίγα μέτρα πιο πέρα κοντοστάθηκα, τα πόδια μου λύγισαν από το θέαμα που αντίκριζαν τα παιδικά μου μάτια για πρώτη φορά. Ηταν τα πτώματα δυόΑγγλων στρατιωτών, το ένα ήταν ανάσκελα με το κεφάλι σαψαλιασμένο, δίπλα του βρισκόταν το όπλο του και πιο πέρα σκόρπιοι κάλυκες, ενώ το άλλο ήταν πεσμένο μισοπλάγια στα πόδια του πρώτου, με τα πόδια του ανοιγμένα. Φαινόταν να χτυπήθηκε θανάσιμα στο στήθος, γιατί το χώμα κάτω από τη δεξιά μασχάλη του ήταν ποτισμένο από πηχτό αίμα. Κρατούσε το όπλο του στο δεξί χέρι και πιο πέρα είχε κυλήσει το κράνος του.

Εκείνο που θυυμάμαι είναι ότι έκανα πίσω-πίσω, έφθασα στη βόρεια πλευρά του δρόμου και κάνοντας πλάγια βήματα με την πλάτη πάντοτε στο φράχτη, έφυγα τρέχοντας από το μέρος εκείνο. Βγήκα στην οδό Ακρίτα – που ήταν το σπίτι μου – την κατηφόρησα και λαχανιασμένος μπήκα μέσα στην αυλή μας, εκεί ένοιωσα αγαλίαση! Στη συνέχεια διηγήθηκα στους ανήσυχους δικούς μου τα όσα είδαν τα μάτια μου και ακούσαμε τον πατέρα μας να λέει ότι από τη στιγμή εκείνη η ζωή μας θα ήταν διαφορετική από την προηγούμενη, οι κατακτητές θα μας διαφέντευαν και ότι έπρεπε να είμαστε πολύ προσεκτικοί και πιο πολύ ενωμένοι. Μετά βγήκε από το σπίτι για να μάθει νεώτερα, χωρίς να παραλείψει να τονίσει ότι δεν έπρεπε να βγούμε έξω. Αφού πέρασε λίγη ώρα – κρυφά από τη μάνα μου – βγήκα και εγώ για την παραλία.

Οταν έφθασα, τρεις τέσσερεις δρόμους πιο πάνω από τον παραλιακό συνάντησα δύο φίλους μου, που και αυτοί είχαν βγει έξω για να δουν. Μαζί λοιπόν προχωρήσαμε και πιο κάτω στην πρώτη δυτική πάροδο είδαμε από λίγο μακρυά, γερμανικά θωρακισμένα αυτοκίνητα – τέτοια αυτοκίνητα πρώτη φορά βλέπαμε – γεμάτα σκόνη να είναι σταθμευμένα και στις δύο πλευρές του δρόμου, κάτω από τις μουριές και τα τα άλλα δέντρα, με τα καταπράσινα φύλλα τους. Οι Γερμανοί πηγαινοέρχονταν, καθάριζαν τα αυτοκίνητα, τα όπλα τους, πλένονταν και ξυρίζονταν. Δεν τους πλησιάσαμε όμως, γιατί εκτός από την περιφρόνησή τους, τους φοβόμασταν κιόλας.

Οταν φθάσαμε στον παραλιακό δρόμο, είδαμε ότι το κτήριο του καφενείου “Πανελλήνιον” το είχαν επιτάξει και εγκατασταθεί, ενώ ο σκοπός στεκόταν ακίνητος μπροστά στην πόρτα. Νότια του κτηρίου κάτω από τις τζιτζιφιές, σχεδόν δίπλα στο αρτεσιανό, βρίσκονταν τρία πτώματα Αγγλων στρατιωτών. Τι φοβερή εικόνα! Κάτω από κάτι τρυφερά βλαστάρια, που είχαν πέσει, στο ένα διακρίναμε το χέρι του, που η παλάμη κρατιόταν από μια πέτσα, ενώ το αίμα δεν είχε ακόμη στεγνώσει. Περίεργο όμως, δεν είχα φοβηθεί και τόσο, όσο λίγη ώρα πριν. Μια ματιά στα γύρω δέντρα και καταλάβαινες ότι τη νύχτα είχε γίνει μεγάλο μακελειό, Οι περισσότερες τζιτζιφιές ήταν λαβωμένες από σφαίρες και αρκετά κλαριά τους ήταν κομμένα, ενώ ο γύρω τόπος ήταν γεμάτος από κάλυκες και το χώμα λες και ήταν σκαμμένο. Ελεγαν ότι αυτοί οι τρεις στρατιώτες πολέμησαν ηρωικά και κατάφεραν να προκαλέσουν φθορά στους εχθρούς. Σκεφθήκαμε να πάμε στον αντιβραχίονα, φοβηθήκαμε όμως και δεν προχωρήσαμε. Διακρίναμε όμως πρόχειρο αντιαεροπορικό πολυβολείο, το καταλάβαμε από τα σακιά με άμμο που το προστάτευαν και από το αντιαεροπορικό που ξεπερνούσε το ύψος των σακιών και κοίταζε τον ουρανό.

Γυρίσαμε στον παραλιακό δρόμο και βαδίσαμε δυτικά, γύρω στα 100 μέτρα πάνω στο οδόστρωμα, ακριβώς μπροστά από το ξενοδοχείο Σαμαρτζή ένα μεγάλο κανόνι έπιανε το μισό δρόμο, ενώ το πτώμα ενός Αγγλου στρατιώτη, ήταν πεσμένο μπρούμητα στην άκρη του πεζοδρομίου.

Ο κόσμος που ήταν μαζεμένος έλεγε ότι το κανόνι αυτό κράτησε αρκετή ώρα τους Γερμανούς, που έρχονταν από το λιμεναρχείο. Ετσι δόθηκε χρόνος σε πολλούς Αγγλους να υποχωρήσουν προς το Μάνη και να αποφύγουν την αιχμαλωσία. Ελεγαν ακόμη ότι για να το αχρηστέψουν, πέταξαν το κλείστρο του στο λιμάνι.

Οταν φθάσαμε στη Φαρών, ένα τετράγωνο πιο πάνω από τη Ναυαρίνου, μπροστά από το τότε χασάπικο του Φυκούρα, είδαμε τρεις Αγγλους σκοτωμένους γεμάτους αίματα. Πολλοί μιλούσαν και για άλλους σκοτωμένους στην περιοχή του λιμεναρχείου, όμως δεν μπόρεσα να πάω, κάτι μου κρατούσε τα πόδια, έφθαναν πιά!

Στους δρόμους έτρεχαν γερμανικά αυτοκίνητα, στην καρότσας τους δεξιά – αριστερά, πάνω σε πάγκους, κάθονταν Γερμανοί που έσφιγγαν τα όπλα τους ανάμεσα στα σκέλια τους, βλοσυροί και ακίνητοι, ενώ στα κουβούκλια είχαν στήσει πολυβόλα, που πίσω τους οι χειριστές κάθονταν με το δάχτυλο στη σκανδάλη. Φαινόταν να μην δίνουν προσοχή στον κόσμο, ήταν σίγουροι ότι δεν είχαν να φοβηθούν τίποτα αυτοί οι πανίσχυροι.

Γεμάτος κακά προαισθήματα και χωρίς να καταλάβω μέσα σε πόση ώρα και από ποιούς δρόμους έφθασαν στο σπίτι μου, εκεί βρήκα τους δικούς μου στην ίδια ψυχική κατάσταση, μείναμε σχεδόν βουβοί, μισοφάγαμε και πήγαμε για ύπνο”.

 

 

Στη μάχη της Καλαμάτας υπήρχε μεγάλος αριθμός θυμάτων: Από διάφορες πηγές φαίνεται ότι οι Γερμανοί είχαν 41 νεκρούς και 60 τραυματίες και οι Βρετανοί 33 νεκρούς και 50 τραυματίες. Οι Γερμανοί τάφηκαν στο νεκροταφείο που κατασκεύασαν στην Αγία Τριάδα και οι Αγγλοι σε ομαδικό τάφο στην Κρήτης και σε σημείο που εικάζεται ότι εντοπίστηκε πριν από λίγα χρόνια. Περίπου 7.000 άντρες του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος και ένας μεγάλος αριθμός Σέρβων που τους ακολουθούσε, δεν μπόρεσαν να απομακρυνθούν και οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης σε διάφορα σημεία της Ευρώπης.

 

[Η φωτογραφία από τους γερμανικούς βομβαρδισμούς στην πόλη]