Η Λιλίκα (Ιουλία) Νάκου ήταν Ελληνίδα δημοσιογράφος, μουσικός και πεζογράφος. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1904. Ο πατέρας της διετέλεσε υπουργός σε κυβερνήσεις του Ελευθέριου Βενιζέλου. Η Λιλίκα Νάκου σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του πανεπιστημίου της Γενεύης και στη συνέχεια, γαλλική λογοτεχνία στη Σορβόνη. Στο Παρίσι εργάστηκε σε γαλλικούς εκδοτικούς οίκους. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1934 όπου εργάστηκε ως δασκάλα της ωδικής, αρχικά στο Ρέθυμνο και στη συνέχεια στην Αθήνα. Μετά από δυο χρόνια, εγκατέλειψε τη μουσική διδασκαλία και αφοσιώθηκε στη δημοσιογραφία και την πεζογραφία. Έγραφε στις έγκριτες εφημερίδες «Ακρόπολις» και «Έθνος», όπως και διηγήματα για την εφηβική ηλικία, τη θέση της γυναίκας και τα ανθρώπινα δικαιώματα, στα περιοδικά «Νέα Εστία», «Νεοελληνικά Γράμματα», «Φιλολογική Πρωτοχρονιά», «Ο κύκλος» κ.ά.
Μετά την πτώση του μετώπου, τη γερμανική εισβολή στην Ελλάδα και την οπισθοχώρηση του ελληνικού στρατού, έφτασε το τραγικό Πάσχα του 1941. Οι εφημερίδες, στις δισέλιδες, λόγω έλλειψης χαρτιού εκδόσεις τους, προσπαθούσαν να δώσουν κουράγιο στον δοκιμαζόμενο λαό τονίζοντας το πνεύμα της μεγάλης γιορτής του Χριστιανισμού, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Η αυτοκτονία του πρωθυπουργού Αλέξανδρου Κοριζή τη Μεγάλη Παρασκευή, οι ετοιμασίες για τη φυγή της κυβέρνησης και του βασιλιά από την Αθήνα και κυρίως η συνθηκολόγηση του Τσολάκογλου την Κυριακή του Πάσχα στο Μέτσοβο, δεν ευνοούσαν την ανύψωση του ηθικού του δοκιμαζόμενου λαού. Κυριαρχούσαν οι ειδήσεις από το πολεμικό μέτωπο στο εξωτερικό. Τα νέα από το εσωτερικό περιορίζονταν μόνο σε ραδιοφωνικά και θεατρικά προγράμματα και σε πανομοιότυπα πολεμικά ανακοινωθέντα. Η συνεχιζόμενη οπισθοχώρηση του Ελληνικού Στρατού προετοίμαζε τους πάντες για την κατάληψη της πρωτεύουσας. Αυτή η βεβαιότητα αλλά και η ελπίδα για την τελική νίκη, περιγράφεται στο πρωτοσέλιδο κείμενο εκείνων των ημερών της Λιλίκας Νάκου:
«Είδα γέρους με τρεμάμενα χέρια που δακρύζανε γιατί δεν κρατούσανε και αυτοί ντουφέκι. Στις εκκλησίες ο κόσμος γονατιστός προσευχότανε με πίστη για τη νίκη και για τα παιδιά που μάχονται, «για τα παιδιά του κοσμάκη», όπως ψιθυρίζανε οι γυναικούλες μπροστά στα εικονίσματα. Και η πίστη του κόσμου αυτού προς τη θρησκεία, προς την Παναγία, που σε όλους δίνει θάρρος, έχει φτάσει σ’ ένα συγκινητικό μυστικισμό. Ας σφυρίζανε οι σειρήνες συναγερμό την ώρα που στις εκκλησίες βγάζανε νεκρό τον Χριστό μας. Κανένας από την εκκλησία μέσα δεν σκέφτηκε να το κουνήσει. Το Πάσχα τούτο λοιπόν ας το γιορτάσουμε με κατάνυξη και πίστη. Πάλι δικιά μας θα είναι η Μακεδονία, πάλι δικά μας θα είναι τα βουνά, οι κάμποι και τα αδέλφια μας. Πίστη μόνο νάχουμε. Η αμφιβολία μη φωλιάσει ποτέ σαν φίδι μέσα μας. Κι όταν τσουγκρίσουμε τα κόκκινα αβγά του Πάσχα, να πιστεύουμε στην τελική νίκη της Δικαιοσύνης, όπως πιστεύουμε στην Ανάσταση του Χριστού μας».
Κατά τη διάρκεια της ιταλικής κατοχής στην Αθήνα, η Λιλίκα Νάκου υπέφερε όπως κι ο υπόλοιπος κόσμος. Η τραγική επισιτιστική κρίση είχε γίνει επικίνδυνη και απειλούσε με αφανισμό. Τα κρούσματα από την πείνα ήταν πολυάριθμα και ο κόσμος πέθαινε από ασιτία στους δρόμους. Τότε βίωσε την απώλεια της μητέρας της, που πέθανε από την πείνα. Η ίδια γλύτωσε από τον λιμό χάρη στον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό. Ευαισθητοποιημένη από την τραγική κατάσταση, ανέπτυξε σημαντική ανθρωπιστική και φιλανθρωπική δράση αφού εκτός των άλλων βοήθησε και πολλούς διωκόμενους για τα φρονήματά τους.
Μετά το ξέσπασμα του ελληνοϊταλικού πολέμου, το Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία» και η «Κλινική Απόρων Παίδων Παναγιώτου και Αγλαΐας Κυριακού», εγκαταστάθηκαν στην Πεντέλη, στο αναρρωτήριο των «Παιδικών Εξοχών του ΠΙΚΠΑ», ενώ τα δύο Νοσοκομεία έγιναν παραρτήματα του 7ου Στρατιωτικού Νοσοκομείου που είχε έδρα το «Λαϊκόν» Νοσοκομείο. Μετά τον Αύγουστο του 1943, στη γερμανική κατοχή, τα δύο παιδιατρικά νοσοκομεία, που πρόσφεραν σοβαρή βοήθεια στον δοκιμαζόμενο ελληνικό λαό και συνέβαλαν «τα μέγιστα εις την προάσπισιν της υγείας της ταλαιπωρηθείσης παιδικής ηλικίας», λόγω των συνθηκών ένδειας, περιόρισαν τον αριθμό των κλινών τους και μεταφέρθηκαν σε κτήριο στον περίβολο της Ιερατικής Ριζαρείου Σχολής, στη Λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας. Εκεί όμως, διέθεταν συνολικά μόνο πενήντα κλίνες, ενώ δεν υπήρχε χώρος για τη στέγαση του προσωπικού. Δεν υπήρχαν μαγειρείο, αποθήκες τροφίμων και υλικού και γενικά βοηθητικοί χώροι. Στήθηκαν σκηνές στο προαύλιο και οι ανάγκες της εξυπηρέτησης των νοσηλευόμενων παιδιών καλύφθηκαν και από εθελοντές και εθελόντριες. Ανάμεσα σε αυτές ήταν και η Λιλίκα Νάκου.
Σε ένα από τα διηγήματά της, στον «Τζοβάνι», η Λιλίκα Νάκου περιγράφει τη γνωριμία της με ένα μικρό πεινασμένο και εξαθλιωμένο γειτονόπουλό της στην Αθήνα:
… «Τί έφαγες το πρωί;» του κάνω.
«Τί να φάω; Φλούδια από λεμόνια! Ο πατέρας τρώει το ίδιο. Από τα λεμόνια θα σωθούμε. Όσο βρίσκονται κι αυτά…».
«Και ο πατέρας σου πού δουλεύει;».
«Πού να δουλέψει; Έφτιαχνε πρώτα κλειδωνιές… Μα τώρα πια κάθεται…».
«Και ο Σπύρος ξαναπήρε το δρόμο. Βάδιζε σα να ’χε χιονίστρες στα πόδια και τον πονούσαν. Έτσι το λοιπόν πιάσαμε γνωριμία με το Σπύρο.»……
Μετά την απελευθέρωση η Λιλίκα Νάκου έφυγε ξανά στο εξωτερικό για αρκετά χρόνια. Τη δεκαετία του '60 εμφάνισε σοβαρά προβλήματα υγείας, τα οποία τη συνόδευσαν μέχρι το τέλος της ζωής της. Πέθανε σε ηλικία 84 ετών, μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο, στο σπίτι της στους Αμπελοκήπους, στις 25 Μαΐου 1989.
Μεταξύ των έργων της συγκαταλέγονται: «η Γη της Βοιωτίας», η «Κυρία Ντορεμί», «Για μια καινούργια ζωή», «η κόλαση των παιδιών» κ.α. Δώρισε την προσωπική βιβλιοθήκη της στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Λιβαδειάς και έργα της υπάρχουν σήμερα ως audiobooks, με επιμέλεια της βιβλιοθήκης, στο διαδίκτυο.
