Κυριακή, 01 Μαρτίου 2026 19:51

Ο “φωτογράφος”

Γράφτηκε από τον

Ο “φωτογράφος”

Του Γιάννη Α. Μπίρη

Πολύ πριν τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ο Γκέμπελς, υπουργός προπαγάνδας της ναζιστικής Γερμανίας, είχε δημιουργήσει τις «Μονάδες Προπαγάνδας» (Propagandakompanie – PK):
«Ο άνδρας των Μονάδων Προπαγάνδας δεν είναι με καμιά έννοια ένας συμβατικός ρεπόρτερ, αλλά ένας στρατιώτης. Εκτός από το πιστόλι και τη χειροβομβίδα κουβαλάει και άλλα όπλα μαζί του: τη φωτογραφική του μηχανή, τη Leica, το μολύβι και το σημειωματάριο. Έχει εκπαιδευτεί ανάμεσα σε στρατιώτες και βιώνει τα συναισθήματά τους».
Η φωτογραφία ήταν μέσο προπαγάνδας για τους σκοπούς του:
«Η καθημερινότητα των στρατιωτών μέσα από φωτογραφίες τους ήταν ένα σκηνοθετημένο τεκμήριο της «επιτυχίας» τους στο μέτωπο».
Οι «Μονάδες Προπαγάνδας» συνόδευαν τα στρατεύματα σε όλες τις κινήσεις τους. Για τα Βαλκάνια και την Ελλάδα, υπεύθυνη ήταν η «Μονάδα 960». Στη δύναμή της είχε πολλούς επαγγελματίες αλλά και ερασιτέχνες φωτογράφους που είχαν ως αποστολή τους την κάλυψη των ειδήσεων από τα Βαλκάνια και την Ελλάδα. Ακόμα και απλοί στρατιώτες, με μικρές, φτηνές φωτογραφικές μηχανές, φωτογράφιζαν τις «επιτυχίες» των ναζιστικών στρατευμάτων. Συνέχιζε ο Γκέμπελς:
«Αδιαπραγμάτευτο καθήκον του κάθε στρατιώτη είναι να φέρει τη φωτογραφική μηχανή του σε δράση.»
Στα μετόπισθεν, στη Γερμανία, οι φωτογραφίες θα γινόνταν μέσο ενημέρωσης και ενθάρρυνσης του πληθυσμού αφού η πληροφορία της υπεροχής, γινόταν πια κοινό κτήμα για όλους.
Ένας τέτοιος στρατιώτης, εκπαιδευμένος στην προπαγάνδα, ήταν και ο Χέρμαν Χόιερ (Hermann Heuer). Ο Χόιερ ξεκίνησε ως λοχίας, αρχηγός διμοιρίας, στις ναζιστικές επιχειρήσεις της Βέρμαχτ κατά της Πολωνίας τον Αύγουστο του 1939. Αργότερα συνέχισε σε ανάλογες επιχειρήσεις στην Ολλανδία, το Βέλγιο και τη Γαλλία. Ένα τραύμα στην αριστερή παρειά, από την ξιφασκία, τον είχε σημαδέψει. Αποστρατεύτηκε το καλοκαίρι του 1940. Τον Σεπτέμβρη του 1943 όμως, ξαναμπήκε στον γερμανικό στρατό και στάλθηκε στην Ελλάδα. Κατέληξε στην Αθήνα. Με φωτογραφίες για τις ανάγκες των «Μονάδων Προπαγάνδας», προσπαθούσε να «ωραιοποιήσει» την κατοχή, με Γερμανούς στρατιώτες μπροστά σε ελληνικά μνημεία, στην Αθήνα, το Παναθηναϊκό Στάδιο και το Θησείο, αλλά και σε ανέμελες στιγμές για κολύμπι στο Καβούρι. Φυσικά, κατεβαίνοντας από τη Γιουγκοσλαβία, δεν παρέλειψε να απεικονίσει και την ομορφιά του Ολύμπου. Το 1943 και 1944 υπηρετούσε στο στρατόπεδο της Μαλακάσας.
Τα ξημερώματα της Πρωτομαγιάς του 1944, στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Χαϊδάρι, όλοι γνώριζαν τί έμελλε να συμβεί. Διακόσιοι κρατούμενοι, κομμουνιστές στην πλειονότητά τους, ήταν έτοιμοι ν’ αντιμετωπίσουν τον θάνατο για τη λευτεριά. Την περίμεναν, γνώριζαν ότι έρχεται αλλά δεν θα την προλάβαιναν. Σε λίγο, από το block 15, έφευγαν καμιόνια φορτωμένα με τις ελεύθερες ψυχές τους και κατευθύνονταν στην Καισαριανή.
Ο Χόιερ θέλησε να παρακολουθήσει, να φωτογραφήσει, ίσως και να πάρει μέρος στην εκτέλεση των διακοσίων Ελλήνων κομμουνιστών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Πόσος κυνισμός και πόση «επαγγελματική» διαστροφή χρειάστηκαν για να «τραβήξει» αυτές τις φωτογραφίες των μελλοθάνατων; Με τα πρόσωπα σε πρώτο και δεύτερο πλάνο. Θέλοντας να μπει στην ψυχή τους, ν’ αδράξει την αξιοπρέπειά τους… Το ’κανε για να εκδικηθεί, για να τους ταπεινώσει, για παραδειγματισμό. Για να μην ξεχάσει, είχε μαρκάρει τις φωτογραφίες με λέξεις ή και ημερομηνίες. Χωρίς συστολή, αποθανάτιζε τις τελευταίες στιγμές τους. Κι αυτοί με καθάριο βλέμμα, μπαίνοντας στο Σκοπευτήριο, με το κεφάλι ψηλά, κοιτάζουν τον φακό χωρίς φόβο, αγέρωχα, σε μια τελευταία πράξη αντίστασης. Δεν φοβούνταν την εκτέλεση. Την έβλεπαν ως τιμή. Περήφανοι, όρθωσαν το ανάστημά τους, κάποιοι με υψωμένη τη γροθιά κι άλλοι με το βλέμμα στα ουράνια, στάθηκαν απέναντι στα πολυβόλα.
Μέχρι σήμερα οι μαρτυρίες για τις εκτελέσεις περιορίζονταν στις αφηγήσεις και στα σημειώματα που πέταγαν, με διάφορους τρόπους, από τα φορτηγά οι μελλοθάνατοι. Δεν υπήρχαν απεικονίσεις των εκτελέσεων. Υπήρχε μόνο το χαρακτικό «Πρωτομαγιά του 1944» του Τάσσου Αλεβίζου, στο λεύκωμα του 1945, «Θυσιαστήριο της λευτεριάς». Ώσπου εμφανίστηκε στο eBay ένας Βέλγος «πωλητής», ο Tim De Craene, για να πυροδοτήσει, ενδεχομένως άθελά του, την ιστορική μνήμη ενός λαού και να δώσει με εικόνα, τις τελευταίες στιγμές των μαρτύρων του.
Οι φωτογραφίες του ναζί φωτογράφου είναι πολλές, σαφώς περισσότερες από αυτές που παρουσίασε για πώληση στο eBay, ο de Craene. Έπρεπε να κρατήσει τους όρους της διαδικτυακής πλατφόρμας, αφού δεν επιτρέπεται η δημοσίευση υλικού το οποίο απεικονίζει βίαιες ενέργειες και τέλεση εγκλημάτων. Στη συλλογή του Χόιερ υπάρχουν πάνω από διακόσιες φωτογραφίες και τουλάχιστον τρεις, από τη στιγμή της εκτέλεσης. Πάτησε το κουμπί, ταυτόχρονα με τη σκανδάλη του πολυβόλου. Ίσως συνέχισε και μετά την εκτέλεση. Δεν το’ κανε για την Τέχνη. Ήθελε να συμμετέχει. Μπορεί κι από διαστροφή. Ίσως «τράβηξε» και τις υπόλοιπες εικοσάδες. Μετά την αποχώρησή του από την Ελλάδα, μετακινήθηκε στη Σερβία και την Κροατία. Την πρωτοχρονιά του 1945 έγινε υπολοχαγός.
Μετά το τέλος του πολέμου, οι φωτογραφίες έμειναν στην κατοχή του Χόιερ. Γύρισε στο σπίτι του και ανενόχλητος, χωρίς τύψεις, τις έβαλε σε ένα άλμπουμ, ως προσωπικό κειμήλιο, για να θυμάται και ίσως και να περηφανεύεται για τα κατορθώματά του. Αυτές αποτελούν όμως ένα σημαντικό τεκμήριο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας και των εκτελεσθέντων, αφού είναι:
«ιστορικές μαρτυρίες για το ήθος και τον πατριωτισμό τους, λίγες στιγμές πριν την εκτέλεσή τους».
Ο Χόιερ δεν ζει πια. Κάποια στιγμή, οι φωτογραφίες του κατέληξαν στον Βέλγο πωλητή κι έγιναν αντικείμενα δημοπρασίας. Για να διεκδικηθούν από το ελληνικό κράτος, οι φωτογραφίες θα έπρεπε να χαρακτηριστούν ως: «μνημείο εξαιρετικής ιστορικής σημασίας λόγω της ιδιαίτερης ιστορικής αξίας της, ως τεκμήριο διαμόρφωσης αντιλήψεων και στάσεων με εργαλείο την εικόνα, από την πλευρά των προπαγανδιστικών μηχανισμών των στρατευμάτων Κατοχής, στην Ελλάδα».
Αυτό έγινε και τα τεκμήρια αναμένονται στην Ελλάδα.