Ενώ στην αρχαία ελληνική ιστορία η Σπάρτη έχει σημαντικό ρόλο, σήμερα τα ευρήματα από αυτήν την πόλη-κράτος της αρχαιότητας, είναι λιγοστά. Χτισμένη στις όχθες του ποταμού Ευρώτα, η πόλη της μυθολογικής ωραίας Ελένης, του Λυκούργου και του Λεωνίδα, της στρατιωτικής πειθαρχίας και δύναμης, η μία από τις δύο πιο ισχυρές πόλεις-κράτη στην αρχαία Ελλάδα, μαζί με την Αθήνα, σχεδόν εξαφανίστηκε από τη βεβηλωτική μανία ενός διεστραμμένου αρχαιοθήρα, Γάλλου κληρικού του 18ου αιώνα.
Τον Φεβρουάριο του 1729, ο απεσταλμένος του βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου IE΄, abbé Michel Fourmont και ο σχεδιαστής ανιψιός του Claude-Louis Fourmont, πήγαν στην Κωνσταντινούπολη με εντολή να οργανώσουν μια «ληστρική» επιδρομή στους αρχαιολογικούς θησαυρούς της σκλαβωμένης ελληνικής χερσονήσου, συγκεντρώνοντας όσες αρχαιότητες θα ήταν εύκολο να μεταφερθούν στο Παρίσι. Στην πρώτη φάση της επιχείρησης, οι Γάλλοι αρχαιοθήρες εφοδιάστηκαν με φιρμάνι του σουλτάνου Αχμέτ Γ´, με το οποίο αποκτούσαν το δικαίωμα να ερευνήσουν και να «μελετήσουν» ασύδοτα, όσους αρχαιολογικούς χώρους επιθυμούσαν στην επικράτεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Στις 8 Απριλίου 1829 ξεκίνησαν για την Ελλάδα και στις 12 Απριλίου έφτασαν στην Αθήνα. Παρέμειναν εκεί περίπου πέντε μήνες. Επιδεικνύοντας το σουλτανικό φιρμάνι, κατέγραψαν αλλά και κατέστρεψαν πολλές επιγραφές. Πλήρωναν τρεις παράδες για κάθε ενεπίγραφο κομμάτι μαρμάρου. Ευτυχώς για την Αθήνα, κατέβηκαν στην Πελοπόννησο. Εκεί είχε ενσκήψει επιδημία πανώλης με χιλιάδες θανάτων. Οι Γάλλοι αρχαιοθήρες συνέχισαν το «έργο» τους στην Κορινθία, όπου με τον ίδιο τρόπο κατέγραψαν επτακόσιες επιγραφές και καταστρέφοντας συστηματικά σπάνιες αρχαιότητες έφτασαν στην Ερμιόνη. Εκεί, αφού βρήκαν ακόμα σαράντα επιγραφές, ξεθεμελίωσαν την αρχαία πόλη. Συνέχισαν στο Άργος, τις Μυκήνες και την Τίρυνθα. Μετά την Ερμιόνη, κατέστρεψαν και την Τροιζήνα, την Τύρινθα, τη μισή ακρόπολη του Άργους και τον Φενεό. Μπήκαν στην Αρκαδία, ξεθεμελίωσαν τη Φαλαισία και έφτασαν στη Μαντίνεια και τη Μεγαλόπολη. Ανέβηκαν στην Αχαΐα και τη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου. Ερευνώντας τη βιβλιοθήκη, δεν βρήκαν ευτυχώς κάτι που να τους ενδιαφέρει και τον Φεβρουάριο του 1730 αποχώρησαν, καταλήγοντας στην αρχαία Μεσσήνη. Εκεί, ο ανιψιός Claude-Louis Fourmont εκπόνησε τοπογραφικό χάρτη για μελλοντική χρήση και συνέχισαν για την Καλαμάτα. Αφού το σουλτανικό φιρμάνι δεν ίσχυε στη Μάνη, ζήτησαν την άδεια από τους πρόκριτους της Ζαρνάτας να επισκεφθούν την αυτοδιοικούμενη περιοχή. Η άδεια παραχωρήθηκε αλλά, παρά τη συνοδεία που τους δόθηκε για προστασία, φοβήθηκαν να μπουν στη Μάνη. Ο Fourmont περιγράφει:
«οι κάτοικοι της μέσα Μάνης ευρίσκονται διαρκώς σε πόλεμο, πότε με τους Τούρκους και πότε μεταξύ τους. Οι ιερείς, οι μοναχοί ακόμα και οι επίσκοποι τριγυρνούν ένοπλοι. Ακόμα και οι γυναίκες της Μάνης έχουν πιστόλες. Οι Μανιάτες είναι άγριος λαός, αλλά αγαπάει την ελευθερίαν και ο διακαής πόθος του είναι η απόκτηση ωραίων όπλων».
Κατέληξαν στον Μυστρά. Εκεί οι δημογέροντες τους υποδέχτηκαν ως φιλέλληνες. Από την πρώτη στιγμή της άφιξής τους, οι Γάλλοι αρχαιοθήρες, είδαν τον αρχαιολογικό πλούτο και αποφάσισαν ότι έπρεπε να δράσουν. Αφού προσέλαβαν μέχρι και εξήντα εργάτες, αφαίρεσαν από το τείχος ενεπίγραφα αρχαία βάθρα που είχαν ξαναχρησιμοποιηθεί για την ανοικοδόμησή του. Οι «έρευνες» επεκτάθηκαν μέχρι τις Αμύκλες και την αρχαία Σπάρτη όπου, επί 53 ημέρες έδειξαν το μένος τους. Δεν άφησαν κυριολεκτικά «πέτρα πάνω σε πέτρα». Οι εργάτες που είχε προσλάβει ο αββάς, κατεδάφιζαν και κατέσκαπταν μέχρι να ανακαλύψουν και να αντιγράψουν 300 επιγραφές. Βρήκαν κι άλλα ανάγλυφα, αναθήματα και μικρά έργα τέχνης, τα οποία ο Fourmont πήρε στην πατρίδα του. Αυτό που όμως έχει μεγάλη αξία είναι η ομολογία του για την έκταση των καταστροφών στην «έρευνά» του. Ούτε λίγο, ούτε πολύ, σε επιστολή του, παραδέχεται ότι αφού συγκέντρωσε συνολικά 1500 επιγραφές, τις κατέστρεψε για να μην αντιγραφούν από μελλοντικό περιηγητή! Συνεχίζοντας ειδικά για τη Σπάρτη καυχιέται:
«[….επί περισσότερο από τριάντα ημέρες, τριάντα, σαράντα ή και εξήντα εργάτες ξεθεμελιώνουν, καταστρέφουν και εξαφανίζουν την πόλη της Σπάρτης. Μου μένουν ακόμα μόνον τέσσερις πύργοι για να καταστρέψω]… … […Προς το παρόν ασχολούμαι με την καταστροφή των τελευταίων αρχαιοτήτων της Σπάρτης. Καταλαβαίνετε τι χαρά δοκιμάζω] … [Εδώ και έξι εβδομάδες ασχολούμαι με την ολοκληρωτική καταστροφή της Σπάρτης! Γκρεμίζοντας τα τείχη, τους ναούς της, μην αφήνοντας πέτρα στην πέτρα θα κάνω και την τοποθεσία της άγνωστη στο μέλλον, για να την ξανακάνω εγώ γνωστή. Έτσι θα δοξάσω το ταξίδι μου. Δεν είναι αυτό κάτι;]...[… η Σπάρτη είναι η πέμπτη πόλη που κατέσκαψα. Δεν θέλω να αφήσω λίθο επί λίθου. Δεν ξέρω αν υπάρχει στον κόσμο πράγμα ικανό να δοξάσει μια αποστολή περισσότερο από του να σκορπίσεις στους ανέμους τη στάχτη του Αγησιλάου, από το ανακαλύψεις τα ονόματα των εφόρων, των γυμνασιαρχών, αγορανόμων, φιλοσόφων, γιατρών, ποιητών, ρητόρων, διάσημων γυναικών, ψηφίσματα της Γερουσίας, τους νόμους του Λυκούργου. Ασχολούμαι τώρα με την καταστροφή των βαθύτερων θεμελίων του ναού του Αμυκλαίου Απόλλωνα. Θα κατέστρεφα και άλλους αρχαίους τόπους το ίδιο εύκολα, αν με άφηναν]…[…Τον πύργο τον γκρέμισα ολοκληρωτικά…]».
Η δικαιολογία του είναι απίστευτα κυνική:
«Βρίσκομαι σε έναν φοβερό τόπο, στην περίφημη Μάνη. Κακός λαός και είμαι ευτυχής που γλίτωσα. Έφυγα από την βάρβαρη πατρίδα τους χωρίς να αποκομίσω τίποτα αξιόλογο, τίποτα για να βγουν τουλάχιστον τα έξοδά μου. Για να ξεσπάσω, για να εκδικηθώ αυτό το σκυλολόι, ρίχτηκα πάνω στην αρχαία Σπάρτη. Δεν ήθελα να μείνει τίποτα από την πόλη που έχτισαν οι πρόγονοί τους. Την έσβησα, την ανασκάλεψα, την ξεθεμελίωσα, δεν έμεινε λίθος επί λίθου».
Μετά την ανάκλησή του στη Γαλλία, πολλά από τα ευρήματά του θεωρήθηκαν πλαστά αφού τα πρωτότυπα είχαν καταστραφεί.
(Στη φωτογραφία: Προσχέδιο χάρτη της Καλαμάτας του 1730, fol. 12, Suppl. grec 853, Φωτ.: Bibliothèque nationale de France)
