Μεταξύ άλλων, το Τεχνικό Τμήμα του Δήμου Δυτικής Μάνης αναφέρει στην εισήγησή του:
“Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο οικισμός Πύργος είναι ένα ζωντανός, ενεργός και κατοικημένος οικισμός. Εν προκειμένω, με την οριοθέτηση αρχαιολογικού χώρου εντός των ορίων του οικισμού περιορίζεται υπέρμετρα το συνταγματικό δικαίωμα των κατοίκων στην ιδιοκτησία, καθώς και η τουριστική και οικονομική ανάπτυξη της ευρύτερης περιοχής. Τα μειονεκτήματα δε πληθαίνουν αν αναλογιστεί κανείς πως ένας τόσο αυστηρός περιορισμός θα έχει ως αποτέλεσμα την ακαριαία παύση της ανάπτυξης του οικισμού, τα δε μνημεία που επιχειρείται να προστατευθούν, θα βρεθούν να κοσμούν έναν ερημωμένο χώρο. Θα οδηγηθούμε αναμφίβολα στο παράδοξο, το μέτρο που επιχειρεί να προστατεύσει την πολιτιστική κληρονομιά, εν τέλει να την καταστήσει άνευ αντικειμένου.
Με το ΦΕΚ 979/Δ/1997 καθορίστηκαν τα όρια και οι όροι δόμησης του οικισμού Πύργου. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με άρθρο 3.3 αυτού, προκειμένου να διατηρηθεί η φυσιογνωμία του οικισμού και για λόγους περιβαλλοντικούς και αρχιτεκτονικούς προτάθηκε ο διαχωρισμός του οικισμού σε δύο τομείς, τον τομέα Α και τον τομέα Β.
Ειδικότερα, για τον τομέα Β οι όροι δόμησης είναι ακόμη πιο αυστηροί, με τα 43 στρ. που βρίσκονται εντός οικισμού στην πρόταση οριοθέτησης της ΕΦ.Α. Μεσσηνίας να περιλαμβάνονται εξ ολοκλήρου στον τομέα Β. Εκτιμάται πως η προτεινόμενη οριοθέτηση θα περιπλέξει τις πολεοδομικές και διοικητικές διαδικασίες και θα έχει σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις σε βάρος των διοικούμενων. Επιπλέον, λόγω και του ανωτέρω ιδιαίτερου καθεστώτος της περιοχής οποιαδήποτε δραστηριότητα (δόμησης, τουριστικής εκμετάλλευσης κλπ.) βρισκόταν και βρίσκεται υπό την επίβλεψη της ΕΦ.Α. Μεσσηνίας. Έτσι, λοιπόν, είχε παγιωθεί η πεποίθηση στους διοικούμενος αλλά και τον Δήμο πως με βάση αυτό το καθεστώς θα σχεδίαζαν την κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη της περιοχής.
Με βάση τα ως άνω, καταδεικνύεται ότι η οριοθέτηση του αρχαιολογικού χώρου, ο οποίος μάλιστα θα εισχωρεί στα όρια του οικισμού είναι αλυσιτελής και επιζήμια για την αειφόρο ανάπτυξη της περιοχής και μάλιστα χωρίς να θεμελιώνεται σε επαρκή έρευνα επί του πεδίου, στηριζόμενοι στα προαναφερθέντα ιστορικά στοιχεία που αφορούν τον οικισμό.
Καταληκτικά, ουδέποτε κοινοποιήθηκε στον Δήμο Δυτικής Μάνης η αρχαιολογική έρευνα πεδίου που είναι απαραίτητη για την οριοθέτηση σύμφωνα με το άρθρο 39 του Ν. 4858/2021. Υπό το πρίσμα αυτό, εισηγούμαστε ότι αναλογικότερο και επωφελέστερο μέτρο θα ήταν ο περιορισμός των γεωγραφικών ορίων του αρχαιολογικού χώρου εκτός των ορίων του οικισμού και η δημιουργία μικρότερων ζωνών προστασίας γύρω από συγκεκριμένα μνημεία κατόπιν εμπεριστατωμένης
αρχαιολογικής μελέτης. Η προσέγγιση αυτή θα επέτρεπε την αποτελεσματική προστασία των πραγματικά αξιόλογων μνημείων, χωρίς την επιβολή εκτεταμένων και δυσανάλογων περιορισμών σε ευρεία περιοχή, η οποία περιλαμβάνει τμήμα του οριοθετημένου οικισμού και αρκετές ιδιοκτησίες των κατοίκων”.
