Οι περισσότερες επιχειρήσεις βλέπουν τα έσοδα να κινούνται στα ίδια επίπεδα με πέρυσι, χωρίς περιθώρια για άλμα. Το λειτουργικό κόστος και η φορολογία πιέζουν ασφυκτικά.
Το μείγμα επισκεπτών παραμένει ισορροπημένο, με Έλληνες και ξένους να μοιράζονται τη ζήτηση. Την ίδια ώρα, οι κρατήσεις περνούν όλο και περισσότερο μέσα από τις πλατφόρμες, περιορίζοντας τα περιθώρια ελέγχου των επιχειρήσεων και συμπιέζοντας τα έσοδα. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με την έρευνα επιχειρηματικού κλίματος της INSETE – ΣΕΤΚΕ, στην οποία συμμετείχαν 702 επιχειρήσεις σε όλη τη χώρα, το 63% των επαγγελματιών εκτιμά ότι τα έσοδα θα κινηθούν κοντά στα επίπεδα του 2024, αποτυπώνοντας μια γενικευμένη στασιμότητα.
Στην Πελοπόννησο, το ποσοστό αυτό ανεβαίνει στο 83%, ένα από τα υψηλότερα στη χώρα. Η εικόνα αυτή δείχνει αντοχή, αλλά και αδυναμία επιτάχυνσης, σε αντίθεση με πιο ώριμους τουριστικούς προορισμούς. Την ίδια ώρα, άλλες Περιφέρειες καταγράφουν σαφώς πιο αρνητικό κλίμα. Στη Δυτική Ελλάδα, το 67% των επιχειρήσεων προβλέπει μείωση εσόδων άνω του 5%, ενώ υψηλά ποσοστά απαισιοδοξίας εμφανίζονται στη Στερεά Ελλάδα, το Βόρειο Αιγαίο και τη Θεσσαλία . Αντίθετα, Κρήτη και Ιόνια Νησιά συγκεντρώνουν τις περισσότερες εκτιμήσεις για αύξηση, επιβεβαιώνοντας την ισχυρή τους θέση.
Η Πελοπόννησος κινείται σε διαφορετικό μοντέλο. Το 44% των καταλυμάτων εξυπηρετεί ισόρροπα Έλληνες και ξένους επισκέπτες, στοιχείο που λειτουργεί ως δίχτυ ασφαλείας, χωρίς όμως να δίνει ώθηση για άλμα . Σε εθνικό επίπεδο, ο τουρισμός παραμένει έντονα εξαρτημένος από το εξωτερικό, καθώς το 65% των επιχειρήσεων βασίζεται κυρίως σε αλλοδαπούς.
Οι βασικές αγορές παραμένουν σταθερές. Η Γερμανία προηγείται με 43%, ακολουθεί το Ηνωμένο Βασίλειο με 40% και η Ιταλία με 38%, επιβεβαιώνοντας τον ευρωπαϊκό χαρακτήρα της ζήτησης.
Το μεγάλο πρόβλημα παραμένει το κόστος. Σε εθνικό επίπεδο, το 75% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι η φορολογία αποτελεί βασικό εμπόδιο και το 72% ότι πιέζεται από το λειτουργικό κόστος. Στην Πελοπόννησο τα ποσοστά είναι εξίσου υψηλά, με 78% και 83% αντίστοιχα, ενώ το 33% αναφέρει έλλειψη προσωπικού.
Στις τιμές, η Περιφέρεια κινείται χαμηλότερα από τους ισχυρούς ανταγωνιστές. Η μέση τιμή στην υψηλή περίοδο διαμορφώνεται στα 97 ευρώ, όταν στα Ιόνια Νησιά φτάνει τα 177 ευρώ και στην Αττική τα 134 ευρώ. Στη χαμηλή περίοδο πέφτει στα 67 ευρώ.
Η εικόνα των κρατήσεων επιβεβαιώνει τη στροφή στις πλατφόρμες. Το 53% των κρατήσεων γίνεται μέσω διαδικτύου, με την Booking να κυριαρχεί. Στην Πελοπόννησο το 50% των κρατήσεων γίνεται από πλατφόρμες και το 33% απευθείας, δείχνοντας μια πιο ισορροπημένη αγορά.
Παράλληλα, ο κοινωνικός τουρισμός παραμένει σημαντικό στήριγμα. Στην Πελοπόννησο το 56% των επιχειρήσεων δέχεται πελάτες μέσω σχετικών προγραμμάτων, ποσοστό που δείχνει τη σημασία της εγχώριας ζήτησης για την περιοχή .
Η συνολική εικόνα για την Περιφέρεια Πελοποννήσου είναι καθαρή. Δεν βρίσκεται στην πρώτη ταχύτητα του τουρισμού, αλλά ούτε και στις περιοχές που πιέζονται έντονα. Κινείται σε μια ζώνη ισορροπίας, που δίνει σταθερότητα, αλλά δεν αρκεί για να αλλάξει επίπεδο χωρίς επενδύσεις και αναβάθμιση του προϊόντος.
