Τα χρόνια αμέσως μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, κάποιες ευρωπαϊκές χώρες προσπάθησαν να προωθήσουν τις τηλεοπτικές εκπομπές τους με τη διασυνοριακή συνεργασία τους. Αυτή η προσπάθεια οδήγησε, το 1950, στη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ραδιοτηλεοπτικής Ένωσης (EBU) και του διεθνούς οργανισμού της Eurovision. Τέτοιες μεταδόσεις, αρχικά αφορούσαν μεγάλα γεγονότα και εκδηλώσεις διεθνούς ενδιαφέροντος, όπως η στέψη της Βασίλισσας Ελισσάβετ Β' που μεταδόθηκε από τη Eurovision, το 1953. Τον επόμενο χρόνο, ακολούθησε μια σειρά προγραμμάτων της EBU, που «έπαιξαν» ταυτόχρονα σε πολλές χώρες. Το 1955, μια διεθνής επιτροπή διερεύνησε την πιθανότητα της συνεργασίας μεταξύ ραδιοτηλεοπτικών φορέων. Από αυτή την επιτροπή για τη διακρατική συνεργασία προέκυψε και ο διαγωνισμός τραγουδιού «Eurovision Grand Prix» που αποφασίστηκε τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου, με πρότυπο το Ιταλικό Φεστιβάλ Τραγουδιού του Σαν Ρέμο. Μετά την αποδοχή της πρότασης της ελβετικής αντιπροσωπείας να φιλοξενήσει την εκδήλωση, ο πρώτος διαγωνισμός τραγουδιού «Eurovision Grand Prix» διεξήχθη στο Λουγκάνο την άνοιξη του 1956.
Οι όροι του διαγωνισμού απαιτούν από τις συμμετέχουσες χώρες να εκπροσωπούνται από πρωτότυπα τραγούδια που πρέπει να ερμηνευτούν ζωντανά στο διαγωνισμό. Το πρόγραμμα μεταδίδεται ζωντανό και ταυτόχρονα από την EBU Η κάθε χώρα που συμμετέχει εκπροσωπείται από τον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό της που φυσικά είναι μέλος της EBU. Το πρόγραμμα διοργανώνεται από μία από τις συμμετέχουσες χώρες και μεταδίδεται από ένα αμφιθέατρο στην επιλεγμένη διοργανώτρια πόλη. Μετά την παρουσίαση των τραγουδιών ακολουθεί ψηφοφορία όπου η κάθε χώρα «βαθμολογεί» τα τραγούδια των άλλων χωρών, εκτός από το δικό της. Η νικήτρια χώρα αναλαμβάνει να φιλοξενήσει τον διαγωνισμό της Eurovision τον επόμενο χρόνο. Στον διαγωνισμό έχει επικρατήσει η συμμετοχή με τραγούδια ποπ μουσικής αλλά έχουν παρουσιαστεί και άλλα είδη, όπως ροκ, χέβι-μέταλ, ραπ, έθνικ και παραδοσιακή μουσική.
Πριν από την πρώτη ελληνική συμμετοχή στον διαγωνισμό, είχαν εμφανιστεί σε αυτόν Έλληνες καλλιτέχνες εκπροσωπώντας άλλες χώρες. Ο Τζίμης Μακούλης (1961) για την Αυστρία, η Νάνα Μούσχουρη (1963), η Γιοβάννα (1965) για την Ελβετία και η Βίκυ Λέανδρος (1967 και 1972) για το Λουξεμβούργο.
Η πρώτη ελληνική συμμετοχή στον διαγωνισμό τραγουδιού της Eurovision έγινε το 1974 με τη Μαρινέλλα. Την επόμενη χρονιά (1975) ή Ελλάδα δεν πήρε μέρος στον διαγωνισμό. Η αποχή ήταν μια κίνηση διαμαρτυρίας για τη συμμετοχή της Τουρκίας στον διαγωνισμό, λόγω της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974.
Το 1976, ο διαγωνισμός διοργανώθηκε από το NOS, στη Χάγη της Ολλανδίας. Εντυπωσιακό είναι το παρασκήνιο της ελληνικής συμμετοχής. Η πληγή που άνοιξε η τουρκική εισβολή στην Κύπρο ήταν ακόμα πρόσφατη. Η Ελλάδα αποφάσισε να πάρει μέρος στον διαγωνισμό. Διευθυντής του Τρίτου προγράμματος της ελληνικής ραδιοφωνίας ήταν ο Μάνος Χατζηδάκις. Τότε αυτός παράγγειλε στη Μαρίζα Κωχ να συνθέσει μια μπαλάντα διαμαρτυρίας για την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Σε ένα βράδι η Κωχ έγραψε το τραγούδι «Παναγιά μου, Παναγιά μου», ένα μοιρολόι που αναφερόταν στην πρόσφατη τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Το τραγούδι ήταν ξεκάθαρα μια κατακραυγή ενάντια στην τουρκική κατοχή. Η μουσική είναι της Κωχ και οι στίχοι του Μιχάλη Φωτιάδη. Ο Μιχάλης Ροζάκης θα διηύθυνε την ορχήστρα. Η Κωχ αφηγείται:
«Ένα βράδυ χτυπάει το τηλέφωνο και ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις, ζητώντας μου ένα μοιρολόι για την τουρκική εισβολή στην Κύπρο για να πάω με αυτό στη Eurovision»….
Πήγαν στη Χάγη.
Η Μαρίζα Κωχ συνεχίζει:
«Φτάνοντας στη Χάγη μάθαμε ότι είχε προγραμματιστεί μια διαδήλωση των Τούρκων που θα έρχονταν από όλα τα κράτη της Ευρώπης. 60.000 διαδήλωσαν έξω από το θέατρο που θα γινόταν το φεστιβάλ για να μην εμφανιστεί το τραγούδι. Τραγούδησα στα αγγλικά στην τζενεράλε, το κατάλαβαν και χτυπούσαν με τα δοξάρια πάνω στα βιολιά. Έκαναν μία προσωπική διαμαρτυρία.
Ήμουν έτοιμη στην κουίντα να βγω στη σειρά μου και έρχεται η ασφάλεια του κτιρίου, με κρατάει πίσω και μου λέει: «δεν μπορείτε να βγείτε στη σκηνή γιατί έχουμε πληροφορία για ελεύθερο σκοπευτή».
Ακούω την εισαγωγή, βγαίνω. «Όχι! Μόνο αν υπογράψετε ότι είναι δική σας ευθύνη”. Και υπέγραψα επί τόπου. Δεν νομίζω ότι ήταν δική μου η παλικαριά. Όποιος άλλος και να ήταν, με τον καημό που είχαμε, ήταν το καλύτερο που μπορούσαμε να κάνουμε. Δεν σκέφτηκα τίποτα. Ούτε το παιδί μου που θα άφηνα πίσω δεν σκέφτηκα…».
Η Σουηδία αποχώρησε από τον διαγωνισμό, αφού η σουηδική ραδιοφωνία (Sverige’s Radio) δεν θα μπορούσε, λόγω των δαπανών, να φιλοξενήσει κι άλλο διαγωνισμό σε περίπτωση που ξανακέρδιζε η Σουηδία. Η Μάλτα, που είχε επιλέξει τον Έντσο Γκουζμάν με το τραγούδι "Sing Your Song, Country Boy", αποχώρησε από τον διαγωνισμό για λόγους που δεν αποκαλύφθηκαν ποτέ. Η Τουρκία, για ευνόητους λόγους προπαγάνδας και διαμαρτυρίας στην ελληνική συμμετοχή αποχώρησε από τον διαγωνισμό. Έτσι στο διαγωνισμό της Eurovision του 1976 πήραν μέρος 18 χώρες.
Μετά την ψηφοφορία, η ελληνική συμμετοχή πήρε 20 βαθμούς και κατέλαβε την 13η θέση. Η τουρκική τηλεόραση που μετέδιδε τον διαγωνισμό, κατά την παρουσίαση δεν μετέδωσε την ελληνική συμμετοχή και την ίδια ώρα, στη θέση του «Παναγιά μου, Παναγιά μου», πρόβαλε ένα εθνικιστικό τουρκικό τραγούδι με τίτλο «Memleketim» («πατρίδα μου»), που ήταν ένα από τα σύμβολα για την τουρκική εισβολή στην Κύπρο.
Η συμμετοχή της Ελλάδας στον διαγωνισμό του 1976, προκάλεσε διεθνή σχόλια και πέτυχε τον σκοπό της, αφού αναφερόταν και στιγμάτιζε την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Η εμφάνιση της μαυροντυμένης Μαρίζας Κωχ ενίσχυε τη διαμαρτυρία για τον Αττίλα.
Εβδομήντα χρόνια μετά, το ευρωπαϊκό πανηγυράκι όπως κατάντησε, με στρας, φλόγες και καπνούς, προκαλεί τουλάχιστον, πολιτιστική αμηχανία.
(Φωτογραφία: Η μαυροντυμένη Μαρίζα Κώχ στο τέλος του τραγουδιού, ανοίγει τα χέρια της τονίζοντας το μαύρου της τουρκικής κατοχής της Κύπρου).
